Ελ Ντάμπα: Όμηροι, χαρταετοί και γαλανόλευκες!

Το blog του Γιώργου Γούσια

Ελ Ντάμπα: Όμηροι, χαρταετοί και γαλανόλευκες!

Τον Δημήτρη Χριστοδούλου τον ήξερα ως ποιητή και στιχουργό, στίχους του οποίου μελοποίησε ο Μίκης Θεοδωράκης –και άλλοι συνθέτες- και έγιναν πασίγνωστα τραγούδια, όπως Ο Καημός, Βράχο βράχο τον καημό μου, Γωνιά γωνιά, Κουράστηκα να σε κρατώ κλπ. Είχα διαβάσει βεβαίως ότι έγραψε και πεζογραφήματα, αλλά δεν έπεσε στα χέρια μου κανένα βιβλίο του. Στη φετινή Διεθνή Έκθεση Βιβλίου στο περίπτερο του Μετρονόμου είδα το “Ελ Ντάμπα” και ο εκδότης του Θανάσης Συλιβός μου πρότεινε και άλλα δυο ακόμη.

Τούτες τις μέρες κλείνουν 77 χρόνια από τις μάχες που έγιναν στην Αθήνα ανάμεσα στον ΕΛΑΣ και στους Άγγλους, γνωστές ως Δεκεμβριανά. Η ήττα του ΕΛΑΣ είχε σαν αποτέλεσμα να μεταφερθούν στην αφρικανική έρημο αρκετές χιλιάδες Ελλήνων, πολλοί από τους οποίους ήταν άμαχοι. Ανάμεσά τους ήταν και ο νεαρός, τότε, Δημήτρης Χριστοδούλου. Το βιβλίο του Ελ Ντάμπα που μπαίνει στη βιβλιοθήκη μου είναι το τρίτο μ’αυτόν το τίτλο. Τα άλλα είναι ένα είναι του δημοσιογράφου Αλέξη Καρρέρ (1912-2005) που εκδόθηκε το 2004 από τις εκδόσεις Εντός και το άλλο του πασίγνωστου ηθοποιού Μίμη Φωτόπουλου (1913-1986), εκδόσεις Alvin Redman 1964! Κρατούμενος σε ένα άλλο στρατόπεδο ήταν και ο συγχωριανός μου Νικόλαος Τασιάκος (1915-2015) μέλος του πληρώματος του υποβρυχίου Παπανικολής, ο οποίος βρέθηκε την περίοδο της στάσης του Ναυτικού  στη Μέση Ανατολή. Ο Τασιάκος δεν έγραψε βιβλίο, αλλά μου εμπιστεύθηκε την αυτοβιογραφία του και είχαμε μια ειλικρινή φιλία την τελευταία δεκαετία της ζωής του.

Κοινό στοιχείο και των τεσσάρων γραπτών είναι οι χαρταετοί και οι σημαίες. Οι χαρταετοί χρησιμοποιήθηκαν ως μέσον  επικοινωνίας και συνεννόησης ανάμεσά τους και οι γαλανόλευκες και οι λοιπές σημαίες ήταν το δείγμα υπερηφάνειας και αντίστασης απέναντι στους Εγγλέζους δεσμοφύλακες.

Στη συνέχεια παρουσιάζονται ορισμένα κοινά αποσπάσματα από τις μαρτυρίες τους.

Δημήτρης Χριστοδούλου

Είναι η έκτη μέρα απεργίας και τα στρατόπεδα έχουν ανεβάσει τον τόνο μέχρι ‘κεί που δεν παίρνει. Τα νεύρα του μίστερ Στίμσον κοντεύουν να σπάσουν από τον θόρυβο που κάνουν όλων των ειδών τα κρουστά, τα ατέλειωτα συνθήματα και τα τραγούδια. Έχουν πάρει το ιώδιο που είναι μπλε, το ‘χουν αναλύσει στο νερό κι έχουν βάψει αλλεπάλληλες λουρίδες πανιά που ‘χουν κόψει από το εσωτερικό κάλυμμα των σκηνών κι έχουν κάνει ελληνικές σημαίες. Έχουν βράσει τα παντζάρια κι έχουν κάνει κόκκινες σημαίες, όλα τα συμμαχικά έθνη αντιπροσωπεύονται στα κοντάρια του μπαμπού που ‘χουν πάρει από τ’ αντίσκηνα κι έχουν φτιάξει με αφάνταστη εφευρετικότητα. Σειρά τα κοντάρια, σειρά οι σημαίες, γωνιές θριάμβου της Κοινωνίας Των Εθνών σε κάθε «κλουβί», κι όπως έρχεται από μακριά πάνω στο Μάρμον ο σερ Στίμσον, περνώντας από τον κεντρικό δρόμο ανάμεσα από τις δύο πλευρές των στρατοπέδων, νομίζει ότι βρίσκεται σ’ ένα τεράστιο πανηγύρι ειρήνης και φιλίας.

-Αυτοί οι Έλληνες είναι τρελοί, λέει στον υποδιοικητή του και στον ελληνομαθή της Ιντέλιτζενς που στέκει κοντά του.

-Αθάνατος λαός, λέει ο ιντελιτζεσερβίτης.

-Ανοησίες, λέει ο συνταγματάρχης, αυτά τους λέγατε τόσα χρόνια για να τους κοιμίζετε και τα βρίσκουμε μπροστά μας. Αθάνατος λαός αυτοί οι άξεστοι χωριάτες; Να μην το ξανακούσω. Τι σχέση έχουν αυτοί οι «ιθαγενείς» με τους αρχαίους Έλληνες; Ανοησίες. Μόνο τις ωραίες οροσειρές και τις παραλίες της Ελλάδας κατοίκησαν και τις βρομίζουν…

…………………………………………………………………………………………………………..

Το κενό είναι κενό και οι μέρες περνάνε χωρίς τον «μαρξιστή», χωρίς τον γιατρό, χωρίς τον «κοινωνιολόγο», με μπαλώματα, με αλληλογραφία, που γίνεται πότε με τον Στέλιο τον λοχία και πότε με… αϊτούς!

Οι «αϊτοί» ξεπέρασαν κάθε φαντασία της ασφάλειας του στρατοπεδάρχη. Από μέρες τώρα, καθώς η άνοιξη προχωρούσε, ένας έσκισε ένα μπαμπού κι έφτιαξε «αχτίνες»! Άλλος έφτιαξε ουρά από πανιά, κι άλλος πήρε το κουβάρι το σκοινί που ‘χαν για «κεφάλι» οι παραστάτες στις σκηνές.

Δεκάδες αϊτοί σηκώθηκαν. Από «κλουβί» σε «κλουβί», μεταφέρανε γράμματα. Τη «γραμμή» της «κεντρικής επιτροπής κρατουμένων»! Ως και… αρβύλες μεταφέρανε στις «ουρές» τους, γίνανε… αερόπλοια.

Νικόλαος Τασιάκος

Νικόλαος Τασιάκος: μετά την παρασημοφόρηση από τον υπουργό Εθνικής Άμυνας 31/10/2014

Και δε έφτανε που μας κλείσανε στα σύρματα, χωρίσανε και το στρατόπεδο σε τέσσερα ή πέντε τμήματα για να μην έχουμε επαφές μεταξύ μας και αρχίσανε και τα καψόνια. Μας φέρανε τρόφιμα χωρίς καζάνια και αργότερα όλο και λιγότερα  τρόφιμα.

Στο σύρμα μας οργανώθηκε μια επιτροπή και πήρε την απόφαση να γίνει απεργία πείνας. Για να έχει επιτυχία έπρεπε να πάρουν μέρος όλα τα σύρματα, έλα όμως που δεν μπορούσαμε να έχουμε επαφές! Αλλά το ρωμαίικο μυαλό κάτι θα βρει και πράγματι το βρήκε. Με διάφορους τρόπους και προφάσεις προμηθεύτηκαν χαρτί και άλλα υλικά που ήταν απαραίτητα και φτιάξανε έναν τεράστιο χαρταετό που έγραφε να κάνουμε απεργία πείνας. Ο αετός σηκώθηκε ψηλά, έτσι που τον είδαν από όλα τα γειτονικά σύρματα και απάντησαν όλοι με ένα “ναι”. Μετά από λίγες μέρες ξεκίνησε η απεργία, πετάξαμε τα καζάνια έξω από τα σύρματα και πίναμε μόνο νερό. Έγινε μόνο μια εξαίρεση για δύο παιδιά ανήλικα και ζητήσαμε από τον άγγλο που μας έφερνε νερό να φέρνει κάτι για τα παιδιά και αυτός έφερνε αυγά. Η απεργία κράτησε οχτώ ημέρες και τα πράματα βελτιώθηκαν και πήραν έναν ομαλό δρόμο. Για την απεργία μας αυτή βγάλαμε κι ένα τραγουδάκι που έλεγε:

Τρεις μέρες την περάσαμε

Μόνο με δυο σουντάνια*

Την τέταρτη πετάξαμε

Στο δρόμο τα καζάνια.

* Σουντάνια λέγονται στην Αίγυπτο τα αράπικα φυστίκια, ίσως και λόγω της προέλευσης τους από το Σουδάν.

Ανάμεσά μας ήταν κάποιοι με ιδιαίτερα χαρίσματα που απάλυναν τις στενοχώριες μας. Μια ομάδα έκανε ένα αυτοσχέδιο θέατρο που σατίριζε τη ζωή μας στην έρημο. Ένας φοβερός μίμος έκανε τον μεθύστακα τόσο καλά, που δεν είχε σε τίποτα να ζηλέψει τον Ορέστη Μακρή. Κάποιος άλλος είχε χώσει μέσα στο παντελόνι του ένα βιολί, που ποιος ξέρει πώς βρέθηκε εκεί και το έπαιζε, ξεκαρδίζοντάς μας στα γέλια όταν από το ξακούμπωτο παντελόνι του έβγαλε το μεσαίο του δάχτυλο τάχα να πιάσει το δοξάρι…»

Αλέξης Καρρέρ

Η ΣΗΜΑΙΑ ΜΑΣ ΚΥΜΑΤΙΖΕΙ ΣΤΗΝ ΕΡΗΜΟ

Από τις πρώτες μέρες που μας κλείνουνε στην Ελ-Ντάμπα, κάποιος σε κάποιο τετράγωνο έχει μια καλή έμπνευση: να φτιάξει μια ελληνική σημαία. Παιδεύεται αρκετά ώσπου να το καταφέρει. Θέλει ύφασμα άσπρο και μπλε, θέλει κλωστές, θέλει βελόνες. Το άσπρο ύφασμα το παίρνει από ένα σακί που μας φέρνουν τρόφιμα. Το μπλε απ’ τη φόδρα της σκηνής, κλωστή βγάζει από το στρώμα του κι όσο για βελόνα φτιάχνει μια από σύρμα. Κι έτσι ένα πρωί OL 8.000 κρατούμενοι της Ελ-Ντάμπα βλέπουν σ’ ένα κοντάρι να κυματίζει η γαλανόλευκη. Μπορεί να καταλάβει κανείς τη συγκίνηση που νοιώσαμε όλοι. Ήταν ένα κομμάτι από την πατρίδα. Ήταν το σύμβολο του αγώνα μας. Ήταν η ελπίδα μας για το μέλλον.

Το πρώτο τετράγωνο το μιμούνται τις κατοπινές μέρες και τ’ άλλα τετράγωνα. Και αμιλλώνται αναμεταξύ τους να φτιάξουν τη μεγαλύτερη και την καλύτερη σημαία και το ψηλότερο κοντάρι.

Δεκαπέντε περίπου σημαίες, κυματίζουν στην έρημο της Αφρικής. Τις δέρνει η αμμοθύελλα, τις μαστιγώνει η βροχή, λυγίζουν τα κοντάρια, μα αυτές στέκουν εκεί. Κάθε πρωί γίνεται έπαρση της σημαίας και κάθε βράδυ η υποστολή της. Πάντα πριν απ’ το προσκλητήριο. Καθώς έχουμε μαζευτεί για το μέτρημα, ο αρχηγός του τετραγώνου δίνει το σύνθημα της προσοχής κι όλοι μαζί τραγουδάμε τον Εθνικό Ύμνο, καθώς ανεβαίνει ή κατεβαίνει σιγά-σιγά η σημαία. Οι άγγλοι λοχίες που έρχονται για το προσκλητήριο κάθονται σε στάση προσοχής, πολλοί απ’ αυτούς χαιρετάνε κιόλας τη σημαία μας. Τι να πουν; Βέβαια δεν τους είναι καθόλου ευχάριστο αυτό που γίνεται, μα τι να κάνουν; Σα λίγο δύσκολη είναι η θέση τους σ’ αυτή την περίπτωση.

Μίμης Φωτόπουλος

Ίσως θα ήταν σκόπιμο να προηγηθεί εδώ η περιγραφή της σύλληψης του Μίμη Φωτόπουλου από τον ίδιο:

ΗΡΘΕ ή παραμονή της Πρωτοχρονιάς … Μεσημέρι, καθώς γύριζα από το καθημερινό προσκύνημα στο καμμένο μου σπίτι, στάθηκα στην Πλατεία Κολωνακίου και κοιτούσα κάτι τραπεζάκια με πρωτοχρονιάτικα παιχνίδια. Και το Δεκέμβρη του σαραντατέσσερα, το Κολωνάκι δεν εννοούσε ν’ αφήσει καμιάν από τις παλιές του συνήθειες. Κοίταζα αυτά τα θλιβερά παιχνίδια και το μυαλό μου ταξίδευε σ’ άλλες εποχές, ειρηνικές. …..

Ξαφνικά, ένα βάναυσο χέρι μου χτύπησε τον ώμο. Γυρίζω και βλέπω έναν ταξιθέτη. Δεν είχαμε δουλέψει ποτέ στο ίδιο θέατρο, δεν είχαμε μιλήσει ποτέ, μα τον ήξερα «εξ όψεως» και «εκ φήμης»· Ήτανε το πασίγνωστο τομάρι του Θεάτρου, ο «Αποστόλης». Αυτόν τον άνθρωπο, και χωρίς να τον ξέρεις, μόνο να τον έβλεπες, ανατρίχιαζες από αηδία. Μιλούσε και σκόρπαγε κύματα αντιπάθειας, κι όταν σου χαμογελούσε, ένιωθες ανακατοσούρα στο στομάχι σου, και στο πετσί σου περπατούσανε κοπάδια σαρανταποδαρούσες.

— Τί τρέχει, κύριε Αποστόλη; του λέω.

— Τίποτα, μου λέει… μια μικρή ανάκριση, κ’ έκανε σινιάλο σ’ έναν ανθυπολοχαγό πού τον συνόδευε.

………………………………………………………………………………

Σήμερα το κλουβί μας άλλαξε φορεσιά, φωτίστηκε παράξενα. Ένας χάρτινος αετός φάνηκε στον ουρανό του. Ένας αετός πού πετούσε χαρούμενος, υπερήφανος, προκλητικός. Τρέξαμε όλοι και τριγυρίσαμε τον ιδιοχτήτη του, κι ο καθένας άπλωνε το χέρι του για ν’ αγγίξει λίγο τον τεντωμένο σπάγγο. Καθώς κοιτούσαμε τον αετό να κάνει τα τσαλιμάκια στον αέρα, γυρίσαμε είκοσι χρόνια πίσω, ξαναγίναμε παιδιά. Η φαντασία μας τριγύριζε μέσα σ’ ανοιξιάτικα χωράφια, σε πολύχρωμους αετούς, σε φουντωτές ουρές, και σε «καλούμπες». Σταθήκαμε ώρες ολόκληρες και χαιρόμαστε το χάρτινο πουλί πού πετούσε λεύτερο πάνω απ’ τα κεφάλια μας. Ήτανε σα νάχε κλέψει τις ψυχές μας μέσα από τα σύρματα και τις έσερνε μαζί του στο γαλάζιο φόντο τ’ ουρανού.

Τώρα, πώς βρέθηκε ένας αετός στο κλουβί μας; Η εφευρετικότητα των ομήρων ήτανε κάτι πού σε τρόμαζε. Μια μέρα κάποιος πού είχε μια παιδική καρδιά, ξήλωσε το στρώμα του κι έφτιαξε μια ωραία καλούμπα από γερό κορδονέτο. Όταν σκαρώθηκε η καλούμπα, όλα τ’ άλλα πια ήταν πολύ εύκολα.

Σε δυό τρεις μέρες ο ουρανός που …εδικαιούτο το κλουβί μας, γέμισε από αετούς. Σε μια βδομάδα πάνω απ’ όλο το στρατόπεδο πετούσαν εκατοντάδες πουλιά. Αετοί πού είχαν όλα τα χρώματα και όλα τα σχήματα. Πολλοί μάλιστα ήταν και προσωπογραφίες δημοφιλών προσώπων εκείνης της εποχής. Ήταν ένα θέαμα πού δεν μπορώ να το ζωγραφίσω με λέξεις- Ένα θέαμα αξέχαστο, πρωτοφανές, ανεπανάληπτο.

Έτσι περνούσαμε τις τελευταίες μέρες της εξορίας μας.  

………………………………………………………………………………..

Κι ήρθε ή μέρα πού θα φεύγαμε πολλοί από το κλουβί μας. Ετοιμαστήκαμε με κάποια ταραχή, με πολλή συγκίνηση. Θάτανε 20 Μαρτίου 1945.

Αφού πλυθήκαμε και φορέσαμε τα στρατιωτικά μας (ποιος ξέρει πόσοι νεκροί και πόσοι πληγωμένοι τα είχανε πρωτοφορέσει!) είδα μερικούς να ξεκολλάνε ένα λαστιχένιο κομμάτι απ’ το τακούνι της αρβύλας τους, και μ’ ένα ξυραφάκι να το σκαλίζουνε. Ύστερα ψάξανε και βρήκανε λίγα μελανιά μολύβια, μας ζήτησαν όσα κομμάτια είχανε περισσέψει από το χαρτί τουαλέτας πού μας δίνανε, και μαζέψανε στοίβες. Ήμουνα  περίεργος να δω τι θα κάνουνε. Τους παρακολουθούσα… και σε κάμποση ώρα, είδα άλλο δείγμα της εφευρετικότητας τους. Στο λαστιχένιο τακούνι είχανε σκαλίσει τρία γράμματα: ΕΑΜ. Τα βάφανε με το μολύβι, σφραγίζανε μ’ αυτά τα τρία γράμματα τ’ άσπρα χαρτιά και τα βάζανε στην τσέπη τους …

Πρωί πρωί βγήκαμε από τη μεγάλη αγκαθωτή πόρτα του στρατοπέδου (Camp 381 P.O.W.). Όσοι είχανε μείνει ακόμα μέσα είχανε γαντζωθεί στα σύρματα, και μας κοιτούσανε με μια χαρούμενη θλίψη, μπορώ να πω. Τους αποχαιρετήσαμε δακρυσμένοι. Μπήκαμε στο τραίνο. Μας φαινότανε σαν ψέματα, η καρδιά μας χτυπούσε παράξενα, τραγουδούσαμε συνεχώς. Οι φλέβες στο λαιμό μας πηγαίνανε να σπάσουνε, και τα μάτια μας είχανε μια υγρή γυαλάδα. Σε κάθε χωριό, σε κάθε πόλη της Αιγύπτου που σταματούσαμε, ξαφνικά τα τραγούδια γινόντουσαν ηρωικά, και τα χαρτιά με τη σφραγίδα του ΕΑΜ πλημμυρίζανε τούς σταθμούς.

Επίλογος

Για το κλείσιμο αυτής της παρουσίασης  αντιγράφω ένα απόσπασμα από  το “Επιμύθιο” του βιβλίου του Αλέξη Καρρέρ:

ΣΗΜΕΡΑ Η ΕΛ ΝΤΑΜΠΑ είναι ένα μικρό χωριουδάκι στα παράλια της Μεσογείου, 170 χιλιόμετρα δυτικά της Αλεξάνδρειας. Οι κάτοικοι του, 5.000 περίπου, αασχολούνται με το ψάρεμα, μια και πίσω τους υπάρχει έρημος. Το στρατόπεδο συγκέντρωσης της Ελ Ντάμπα, «στήθηκε» ειδικά για να «φιλοξενήσει» τους Έλληνες συλληφθέντες από τους Άγγλους και τους υποτακτικούς τους κατά τη διάρκεια των Δεκεμβριανών.

Δυστυχώς, δεν αναφέρεται πουθενά, η τύχη του στρατοπέδου μετά την Απελευθέρωση και του τελευταίου ομήρου-αιχμαλώτου. Αν δηλαδή τα σκουριασμένα σύρματα τους έχουν καλυφθεί από την άμμο την ερήμου, αν υπάρχουν υπολείμματα, ή αν έχουν γίνει «μουσεία» για τουρίστες, εξαφανίζοντας όμως οι Άγγλοι οτιδήποτε το επιλήψιμο γι’ αυτούς.

Tags: , , , , ,

2 Responses

  1. Ο/Η ΝΟΤΑ ΜΑΚΡΥΓΙΑΝΝΗ λέει:

    Μας γνωρίζεις άγνωστες πτυχές της ιστορίας μας!!!συνέχισε δυναμικά

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.