Κορομπίλιας, ο δικός μας καραγκιοζοπαίχτης!

Το blog του Γιώργου Γούσια

Κορομπίλιας, ο δικός μας καραγκιοζοπαίχτης!

Στις 15 Απριλίου του 2013 είχε προβληθεί από την τηλεόραση της ΕΤ1 και τη σειρά Παρασκήνιο η έρευνα του αλησμόνητου φίλου  Λευτέρη Ξανθόπουλου: “Πού το πάει ο Καραγκιόζης”.

Την προηγούμενη ημέρα ανέβασα στην ιστοσελίδα drakotrypa.gr  του χωριού μου το παρακάτω κείμενο, που φέτος συμπίπτει με τη συμπλήρωση 40 χρόνων από τον θάνατο του συγχωριανού μου καραγκιοζοπαίχτη Παναγιώτη Ζήση, γνωστού ως Κορομπίλια!

Τη Δευτέρα 15/4 [2013] από την τηλεόραση της ΕΤ1 και τη σειρά Παρασκήνιο θα προβληθεί στις 22:00 η έρευνα του Λευτέρη Ξανθόπουλου: “Πού το πάει ο Καραγκιόζης”.

Όπως δηλώνει ο ίδιος ο σκηνοθέτης «Δεν πρόκειται για άλλο ένα ντοκιμαντέρ που ξεδιπλώνει την ιστορία του Καραγκιόζη. Δεν με ενδιέφερε αυτό, τα αφήνω έξω. Εστιάζουμε σε αυτό που υπάρχει σήμερα. Πώς αναβιώνει αυτή η φιγούρα, ποιοι ασχολούνται. Υπάρχουν πολλές σκηνές αυτή τη στιγμή και κάνοντας την έρευνά μου διαπίστωσα ότι όχι μόνο έχουμε πολλούς καραγκιοζοπαίχτες αλλά και πολύ νέους που παίζουν σε στέκια, σε καφενεδάκια…»

Γνωρίζοντας από καιρό τις προθέσεις του Λ.Ξανθόπουλου και βλέποντας και ξαναβλέποντας την ταινία του «Ο δραπέτης», δεν μπορούσα να αποβάλω από το μυαλό μου την εικόνα και τη μορφή του Κορομπίλια (Παναγιώτη Ζήση), του δικού μας καραγκιοζοπαίχτη. Δεν έχει σημασία αν πέρασαν τρεις δεκαετίες από το θάνατό του. Στις παρέες μας ταχτικά τον θυμόμαστε για τις θυμοσοφίες του και τον μνημονεύουμε για τις ατάκες του.

Δυστυχώς απ’ αυτόν τον ωραίο παραμυθά, τον αυτοδίδακτο καραγκιοζοπαίχτη, τον μερακλή πότη, τον άφθαστο «πλακατζή», δεν σώθηκε κανένα γραπτό ή ηχητικό ενθύμιο. Ο γράφων, την εβδομάδα μετά το Πάσχα είχε αγοράσει ένα μαγνητόφωνο, ειδικά για το σκοπό αυτό, να πάει στο σπίτι του στη Θέρμη, όπου ζούσε τα τελευταία χρόνια και να καταγράψει ό,τι ήταν δυνατόν. Το ραντεβού ήταν για την Κυριακή του Θωμά του 1982. Όμως δεν πραγματοποιήθηκε ποτέ. Το προηγούμενο βράδυ ο καραγκιοζοπαίχτης Παναγιώτης Ζήσης, ο Κορομπίλιας του Θεάτρου Σκιών, έφυγε για πάντα για τον κόσμο των σκιών!

Σκαλίζοντας μνήμες και χαρτιά, ανακάλυψα ένα ωραίο κείμενο που δημοσίευσε ο δάσκαλος Βασίλης Κίτος στην εφημερίδα «Η φωνή του χωριού μας» στο φύλλο 17 του 1997. Σας το παραδίδω:

Ανάστημα κανονικό, μορφή γλυκιά και έξυπνη που σου τραβούσε την εμπιστοσύνη. Παραμυθάς άριστος και η πιο ασήμαντη ιστορία ειπωμένη από κείνον ήταν άριστη διήγηση με εκφράσεις και κινήσεις που σε μάγευαν και μπορούσαν να σε κρατήσουν ώρες να τον ακούς. Πολυτεχνίτης, ήξερε του κόσμου τις δουλειές, κτίστης, τσαγκάρης, κεραμοποιός, μεσίτης, ταβερνιάρης και πάνω απ’ όλα άριστος Καραγκιοζοπαίχτης. Είχε μια φωνή που μπορούσε να την αλλάξει από την μια στιγμή στην άλλη. Μίμος άφθαστος. Θυμάμαι, όταν στην κατοχή τον είχε επιστρατεύσει το αντάρτικο και έδινε παραστάσεις στη λέσχη της ΕΠΟΝ, όταν έκανε το σφύριγμα του φιδιού -στην παράσταση «Ο Μέγας Αλέξανδρος και το καταραμένο φίδι» -τα μικρά παιδιά έφευγαν τρομαγμένα. Ή να κάνει την φωνή της Φατμέ, νόμιζες ότι ακούς τσιγγάνα. Μόνος του έκανε τη φωνή όλων των προσώπων και κατασκεύαζε τις φιγούρες με μεράκι και τέχνη. Πως ο πανέξυπνος αυτός άνθρωπος δεν εγκαταστάθηκε σε μια πόλη είναι για μένα ανεξήγητο και μόνο μια αιτία βρίσκω την αγάπη για το χωριό μας. Γλεντζές και κουβαρντάς, όπως εύκολα τα έβγαζε έτσι και απλόχωρα τα σκορπούσε. Τον θυμάμαι προπολεμικά όταν γύρισε από μια καλή δουλειά να χορεύει μπροστά στο καφενείο του Τάκη Νάτση κρατώντας μια χούφτα νομίσματα χάρτινα και κέρματα και τον άκουσα να λέει: «Η Δρακότρυπα διασκεδάζει με τον Κορομπίλια και ο Κορομπίλιας διασκεδάζει με τη Δρακότρυπα» γιατί είχαν συγκεντρωθεί γύρω του αρκετοί και έκαναν χάζι.

Είναι ο πρώτος που άνοιξε ταβέρνα στη Δρακότρυπα. Εκεί που τώρα έχει η καφετέρια Ζήση τον ελεύθερο χώρο με το στέγαστρο, είχε εγκαταστήσει μέσα ένα τεράστιο βαρέλι -μπόμπα- και με τα ασκιά είχε κουβαλήσει κρασί από το Μουζάκι και το Μαυρομάτι. Ο Φώτης Κωστάκης του Μήτρου Κωστάκη, μαθητής τότε του Γυμνασίου Καρδίτσας, ανέλαβε τη διακόσμησή της. Απ’ έξω μια τεράστια επιγραφή στην πρόσοψη -τη βλέπω και τώρα- ΤΑΒΕΡΝΑ Ο ΓΕΩΡΓΑΡΟΣ στο όνομα του παιδιού του, γιατί ήταν και καλός οικογενειάρχης. Στο εσωτερικό αυτοσχέδιες εικόνες κρασοπατέρων και επιγραφές. Θυμάμαι μερικές:  Στου  Κορομπίλια την ταβέρνα  βλέπεις πρόσωπα μοντέρνα. Ήταν η λέξη που μου έκανε μεγάλη εντύπωση τότε και πολύ αργότερα έμαθα τη σημασία της. Όλο ζόρτσες και αστεία και τον λένε Κορομπίλια ή  Ο βερεσές απέθανε και ο γιος του πάει στην πόλη και διαθήκη άφησε για να πληρώνουν όλοι. Γύρω – γύρω επιγραφές με ωραία γράμματα και ζωγραφιές του μακαρίτη Φώτη ταλέντο λόγου και γραφής που η ζωή τον οδήγησε σε άλλα κανάλια και αυτόν. Ήταν η εποχή που από την πυρπόληση του σπιτιού του είχε πάρει μια καλή αποζημίωση. Που η ζηλοφθονία χωριανών τον έκανε και τα έχασε όλα. Η ζωή της ταβέρνας κράτησε όσο και η μπόμπα του κρασιού. Γιατί παρά την παραπάνω επιγραφή κερνούσαν όλοι και γράψε και κλάψε! Μα όλα αυτά δείχνουν ότι ο Κορομπίλιας προηγήθηκε κατά 50 χρόνια της ζωής του χωριού.

Αμέτρητες είναι οι ιστορίες και τα κατορθώματα του Κορομπίλια. 

Η θημωνιά

Λίγα χωραφάκια και με την κατοχή οι δουλειές σταμάτησαν. Από το φθινόπωρο άρχισαν οι δυσκολίες. Μα η οικογένεια δεν πρέπει να πεινάσει. Δουλεύει τσαγκάρης,  μα τι να βρει αφού όλοι ήταν φτωχοί και αδέκαροι. Ας είναι, είχαν άλλοι. Βρίσκει τον πρώτον.

-Ξέρεις έχω μια θημωνιά χορτάρι, τρία Α, μετάξι, σου λέω.

Πες, πες, τον έπεισε και πήρε μια γερή προκαταβολή. Μετά από λίγες μέρες δεύτερον, τρίτον, τέταρτον! Τόσους έσωσε η ιστορία, μπορεί να ήταν και περισσότεροι. Ήρθε ο Μάρτης ο πιο δύσκολος μήνας για τους κτηνοτρόφους.

-Παναγιώτη τι θα γίνει με τη θημωνιά;

Α, α! την Κυριακή το μεσημέρι να έρθεις να την πάρεις.

Το ίδιο και για την ίδια μέρα είπε και στους άλλους. Πως να τα βολέψει όμως. Σκέφθηκε και το βρήκε. Πήρε λίγα παιδάκια και μια μπουκάλα κρασί. Σε λίγο έφθασαν ο ένας μετά τον άλλον οι αγοραστές. Περάστε μέσα τους λέει. Τους κέρασε.

Άιντε τώρα να πάρετε και το χορτάρι. Τους βγάζει στην αυλή.

Να η θημωνιά…, μοιράστε την.

Κοιτάζουν εκείνοι, τι να δουν!  Μια θημωνιά, είχε δεν είχε δύο φορτώματα χορτάρι και εκείνο αγριόχορτα.

Μα…, έκαναν να διαμαρτυρηθούν.

Εγώ σας είπα ότι είχα μια θημωνιά δεν σας είπα πόσα φορτώματα είναι!

Κατάλαβαν εκείνοι ότι την έπαθαν και έβαλαν τα γέλια. Σ’ αυτό βοήθησε και το κρασάκι που είχαν πιεί. Έφυγαν αφού το μοίρασαν. Τι να μοιράσουν;

Είναι όμως σίγουρο ότι τους επέστρεψε τα δανεικά. Γιατί, παρά το δόγμα Κορομπίλια «καλύτερα να χρωστώ παρά να μου χρωστάνε», προσπαθούσε να είναι συνεπής στις υποχρεώσεις του.

Και ήταν πράγματι συνεπής. Μια-δυό μέρες πριν την παντοτινή του αναχώρηση από το χωριό και την εγκατάστασή του στη Θεσσαλονίκη, πέρασε απ’ όλα τα καφενεία του χωριού, κέρασε όλο τον κόσμο και ζήτησε απ΄όλους να δηλώσουν αν κανείς έχει κάποια χρηματική απαίτηση εναντίον του. Πλήρωσε ό,τι χρωστούσε και έφυγε αξιοπρεπέστατος!

Γ.Γούσιας

Tags: , , ,

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.