Εκστρατεία στην Μεσημβρινή Ρωσία (Ουκρανία) 1919

Το blog του Γιώργου Γούσια

Εκστρατεία στην Μεσημβρινή Ρωσία (Ουκρανία) 1919

Δεν ξέρω πότε θα μάθαινα για την εκστρατεία ελληνικού στρατιωτικού σώματος που πήγε στην Ουκρανία, για να συμβάλλει με άλλους συμμάχους στην κατάπνιξη της σοβιετικής επανάστασης, εάν δεν τύχαινε να ακούσω γι’ αυτήν από έναν συγχωριανό μου, τον Παναγιώτη Κατσιγιάννη, που πήρε μέρος ως εύζωνας. Τον άκουσα για πρώτη φορά το 1978, κράτησα λίγες σημειώσεις από την αφήγησή του και παραθέτω ένα μέρος από τη συνομιλία μας. Στη συνέχεια παρεμβάλλεται ένα επαναστατικό τραγούδι που έμαθαν εκεί οι Έλληνες στρατιώτες, όπως το διέσωσε στη μνήμη του ένας άλλος συγχωριανός μου στρατιώτης, ο Βαγγελάκος Μάνος και μου υπαγόρευσε ο γιος του Γιάννης και τέλος αναφέρονται ορισμένα στοιχεία για την εκστρατεία που άντλησα από διάφορες πηγές εκείνη περίπου την περίοδο.

Συνομιλία με τον εύζωνα Παναγιώτη Κατσιγιάννη

                                                                                        Γιώργος Γούσιας, Καλοκαίρι 1978

Γιατί πήγε ο ελληνικός στρατός στη Ρωσία; ρώτησα τον Παναγιώτη Κατσιγιάννη, ο οποίος ως στρατιώτης πήγε με το εκστρατευτικό σώμα το 1919 στη Ρωσία.

-Μας ζήτησαν, επειδή γινόταν εμφύλιος πόλεμος. Εγώ ήμουν στον στρατηγό Νίδερ εύζωνας στην τιμητική φρουρά.  Ήταν ένα σώμα πάνω από 20.000 άντρες.  Φύγαμε από δω πήγαμε με τον Νίδερ στην Οδησσό.  

Εμείς δεν είχαμε εντολή να επιτεθούμε ούτε και αυτοί (οι μπολσεβίκοι) μας καταγίνονταν τόσο.  Θυμάμαι που πήγαμε και στη Σεβαστούπολη καθίσαμε εκεί ένα διάστημα και κινούμασταν εδώ και εκεί χωρίς να παίρνουμε μέρος σε μάχες.  Παίρναμε εντολή να πάμε σε κάποιο σημείο, φεύγανε οι Ρώσοι και ξαναγυρίζαμε στη βάση μας χωρίς να κάνουμε μάχες.

Στα τελευταία που ήμασταν στην Οδησσό οι μπολσεβίκοι περικύκλωσαν την πόλη. Εκεί πιάσαμε μία μάχη και οι περισσότεροι τρύπωσαν πίσω από κάτι κάσες με γαλέτες και σταφίδες. Πού  διάολο τους έβρισκαν σφαίρες; ‘Ολοι ψάθα κατά γής! Σκοτωμένοι!  Εμείς που ήμασταν όρθιοι και τρέχαμε από δω και από κει δεν πάθαμε τίποτα!  Έβαλαν τότε φωτιά, καιγόταν όλη η πόλη. Να σκούζουν οι άνθρωποι. Τις φωτιές τις έβαζαν οι επαναστάτες.  

Τότε θυμάμαι μας πήρε ένας ταγματάρχης,  από δω από το Ροπωτό (γειτονικό χωριό)  Γίδας λεγόταν,  και μας στέλνει να συνοδέψουμε το ελληνικό προξενείο. Μόλις βαδίσαμε κάμποσο άρχισε να μας βαράνε.  Γυρίζαμε στο στρατώνα μας αλλά εκεί τον κατέλαβαν οι Ρώσοι!  Μας έβαλαν μία σημαιούλα κόκκινη και μας είπαν «τραβάτε, από εκεί!»  για να πάμε στην παραλία. «Να φοράτε αυτές τις σημαιούλες, δεν θα σας πειράξει κανένας!» Αρχηγός στη Ρωσία ήταν ο Λένιν.

Όσο ήμασταν εκεί δεν κακοποιήθηκαμε.  Για ποιο σκοπό πήγαμε εκεί, εμείς οι φαντάροι δεν ξέραμε. Εμάς μας είπαν να χτυπάμε τους μπολσεβίκους. Οι πλούσιοι, αυτοί που είχαν χρήματα, έφυγαν.

σείς ποιους υποστηρίζατε τους φτωχούς ή τους πλούσιους; τον ρώτησα.

-Τους πλούσιους να υποστηρίξουμε; εγώ έφυγα νηστικός από δω, τους πλούσιους θα υποστήριζα; Εκεί έγινε Δημοκρατία!  Τότε που ήταν ο Τσάρος τι ήταν;  Ήταν οι πλούσιοι και έπαιρναν το χρήμα και ο λαουτζίκος πέθαινε νηστικός!  δεν τα ξέρουμε αυτά;  δεν τα ζήσαμε; Ακούν Δημοκρατία εδώ μερικοί και λεν χαμπέρια! Από το 1916 βρε είμαι με τη Δημοκρατία, κι ας έχω φτώχεια, δεν έστερξα κεφάλι! Οχτώ χρόνια ήμουνα φαντάρος, απ΄ το ’16 ως και το ’23. Οχτώ χρόνια να παλεύεις με τις σφαίρες και τα πολυβόλα! Ξεχάσαμαν σπίτι, μάνα, πατέρα, αδέρφια! Ούτε γράμμα!

Απ΄ τη Ρωσία φέραμε καινούργιες ιδέες, φέραμε και  τραγούδια από εκεί, από την Οδησσό! Από δω απ’ το χωριό πήγαμε τρία άτομα στη Ρωσία, εγώ , ο Βαγγελάκος ο Μάνος που ήμασταν μαζί  και ένας Τσιόλας σε άλλο τάγμα.

Δεν θέλουμε στρατούς και στόλους

Δεν θέλουμε στρατούς και στόλους

Ούτε και σύνορα στη γή

Ούτε ανθρώπους ραδιούργους

Να μας ραγίζουν την ψυχή.

Κάτω το σκιάχτρο και το ψέμα

Φτάνουνε οι ελπίδες πια

Για μια καινούργια κοινωνία

Θ’ αγωνιστούμε βρε παιδιά!

Τραγούδι που έφερε απ΄ την Οδησσό ο Ευάγγελος (Βαγγελάκος) Μάνος και μου το υπαγόρευσε ο γιος του Γιάννης Μάνος, συνταξιούχος χωροφύλακας.

Η ουκρανική εκστρατεία

 Μόλις ξέσπασε η οκτωβριανή επανάσταση τα καπιταλιστικά κράτη της Δύσης αποφάσισαν να επέμβουν για δύο λόγους.  ο ένας ήταν να προστατεύσουν τα συμφέροντά τους δάνεια τραπεζών προς το τσαρικό καθεστώς, ορυχεία, πετρελαιοπηγές και λοιπές πλουτοπαραγωγικές πηγές που ήταν στα χέρια των δυτικών και ο άλλος λόγος ήταν ο φόβος ότι η επιτυχία της επανάστασης των εργατών θα ήταν ένα παράδειγμα προς μίμηση για όλους άλλους λαούς.  Στην επέμβαση αυτή αποφάσισε να πάρει μέρος και ο Βενιζέλος με ένα σώμα στρατού, με επικεφαλής τον στρατηγό Κων.Νίδερ,  ελπίζοντας ότι η προσφορά αυτή θα δημιουργήσει την υποχρέωση στους συμμάχους να του επιτρέψουν την κατάληψη των παραλίων της Μικράς Ασίας από τους Τούρκους.

 Από την αρχή λοιπόν το 1919 άρχισε τμηματικά η αποστολή στρατευμάτων προς την Οδησσό και συνεχίστηκε μέχρι τις 21 του Μάρτη.  Διοικητές των τμημάτων ήταν αξιωματικοί αφοσιωμένοι στον Βενιζέλο και η μεταφορά των τμημάτων γινόταν κυρίως με ρωσικά καράβια,  με τα οποία όμως η Γαλλική υπηρεσία δεν φρόντισε να στείλει πυροβόλα και τα κτήνη για το ιππικό “ως εάν να επρόκειτο περί εχθρού ενώ τα κύτη των πλοίων θα γέμιζαν με ιδιωτικά εμπορεύματα για να τα πωλήσουν στην Οδησσό”, παρατηρεί ο στρατηγός Νίδερ. “Ουδεμία πληροφορία επίσης είχομεν επί της καταστάσεως” συμπλήρωσε κι ακόμα δεν ήξεραν τίποτα ούτε για τις αντεπαναστατικές μονάδες ούτε για τα μπολσεβίκικα στρατεύματα, πίστευαν ότι οι συμμαχικές δυνάμεις ήταν πολύ μεγαλύτερες και επιπλέον θα είχαν και την υποστήριξη του ντόπιου πληθυσμού. Όμως “οι ανωτέρω αντιλήψεις αφίσταντο πολύ της πραγματικότητος. Οι όροι υφ’ ούς τα ημέτερα στρατεύματα διεξήγαγαν τας εν  Ρωσία επιχειρήσεις υπήρξαν λίαν μειονεκτικοί,  οι μειονεκτικότεροι  υπό τους οποίους δύναται να επιχειρήσει στρατός” συνεχίζει ο στρατηγός Νίδερ στην επίσημη έκθεση του που εκδόθηκε από το ΓΕΣ.

Ο Συνταγματάρχης Κωνσταντίνος Μανέτας αρχηγός πεζικού της 13ης Μεραρχίας και μετέπειτα υπουργός, αλλά και εξόριστος από τη δικτατορία του Μεταξά, γράφει στην Πηνελόπη Δέλτα.  “Η όλη εκστρατεία της Ρωσίας ήτο επιπόλαια και αμελέτητος. Οι Γάλλοι μας υπέκρυπτον την κατάστασιν. Ο αγών ο ιδικός μας συνίστατο εις το να σκοτωνόμαστε εμείς για να φορτώνουν σακιά αυτοί  (σ.σ. αρπαγή πλούτου από το λιμάνι της Οδησσού),  και για αυτό κάθε ημέρα ήτο κέρδος για τους Γάλλους”.  Και ο στρατηγός και αρχηγός των στρατευμάτων μας στη Μικρά Ασία Λεωνίδας Παρασκευόπουλος συμπληρώνει στις αναμνήσεις του: “Η αποστολή είχε μοναδικό σκοπό την εξυπηρέτησιν των Γαλλικών συμφερόντων”

Με τέτοιους λοιπόν συμμάχους, οι οποίοι επιπλέον είχαν και την αρχιστρατηγία των επιχειρήσεων, στάλθηκαν στις παγωμένες στέπες της Ουκρανίας 23.351 στρατιώτες και αξιωματικοί.  Η παραμονή αυτών των στρατευμάτων εκεί ήταν μία συνεχής καταπόνηση.  Χωρίς τον κατάλληλο οπλισμό,  χωρίς ιππικό, νηστικοί  και άυπνοι εξαιτίας μιας αδιαφορίας της Γαλλικής επιμελητείας, δίχως εφεδρείες, δίχως την ελάχιστη υποστήριξη των Γαλλικών στρατευμάτων, τα οποία ας σημειωθεί αποτελούνταν από το χειρότερο υλικό που είχε να παρουσιάσει η Γαλλία, με μία ανύπαρκτη παρουσία λευκών Ρώσων (υποστηρικτών του τσαρικού καθεστώτος) και αντεπαναστατών και φυσικά με την αντίδραση του ντόπιου πληθυσμού ο οποίος υποστήριζε την επανάσταση,  είναι πράγματι παράδοξο πως είχαν μόνο 1.055 τραυματίες και νεκρούς.  “Μετά από συνεχείς μάχες,  μη αντέχων πλέον ο ίδιος την αϋπνία, γράφει ο Νικόλαος Πλαστήρας, παρεκάλεσα τους δύο εφίππους Γάλλος αγγελιοφόρους να βαδίζουν δίπλα μου και να με υποστηρίζουν όπως ήμην πεσμένος επάνω στη σέλα του αλόγου μου για να κοιμηθώ”.  Και ο ζωγράφος Ιάκωβος Δραγούμης που υπηρέτησε ως ανθυπολοχαγός στο Σύνταγμα του Κονδύλη συμπληρώνει “επερπατούσα και εκοιμόμουν συγχρόνως, φαίνεται απίστευτον αλλά εντούτις είναι αλήθεια. Εξυπνούσα και έβλεπα μπροστά μου ένα άσπρο άλογο κάποιου αξιωματικού και πάλιν με έπαιρνε ο ύπνος”.  Και όπως συμπέραινε και ο συνταγματάρχης Μανέτας “ο αγώνας μας κατέληγε όχι στο να κατακτήσωμεν την Ρωσίαν, αλλά εις το να κρατήσωμεν την τιμήν των στρατευμάτων μας εις την εμπρέπουσαν θέσιν”.

Με την κατάληψη της Οδησσού της Χερσώνας και της Σεβαστούπολης από τον Κόκκινο Στρατό τα συμμαχικά στρατεύματα άρχισαν να αποχωρούν από το ρωσικό έδαφος. Στις 15 Απριλίου του 1919 έφυγαν και τα τελευταία ελληνικά στρατεύματα από τη Σεβαστούπολη τα οποία τελικά συγκεντρώθηκαν στην Βεσσαραβία και από κει με πλοία διεκπεραιώθηκαν στη Σμύρνη.  Έτσι τελείωσε μία εκστρατεία, που όπως σημειώνει ο Κορδάτος “Εκεί ακριβώς που τα χρόνια της τουρκοκρατίας είχαν πάει χιλιάδες Έλληνες και βρήκαν μεγάλη φιλοξενία.  Στις πόλεις αυτές που έγιναν στηρίγματα του νεοελληνικού εθνικισμού οι Έλληνες στρατιώτες έπαιξαν ρόλο μισθοφόρων”.  Και φυσικά μετά την γνωστή κατάληξη και της μικρασιατικής εκστρατείας, τα αποτελέσματα ήταν εντελώς αρνητικά για τους εμπνευστές της. 

Η πλειονότητα των πλούσιων ελληνικών οικογενειών που απολάμβανε σημαντικά προνόμια, κάτω από το φόβο της αντεκδίκησης λόγω της συμμετοχής του Ελληνικού Στρατού στην καταστολή της επανάστασης, αναγκάστηκε να εγκαταλείψει την Οδησσό παρασύροντας στην χωρίς προηγούμενο φυγή τους και τα φτωχά στρώματα του πληθυσμού.  Ένα μικρό μόνο μέρος από την Ελληνική κοινότητα, που έφτανε τις 30.000 άτομα, έμεινε στην Οδησσό.  Αντίθετα όμως από ότι θα περίμενε κανείς τα ελληνικά στρατεύματα αντιμετωπίστηκαν ιπποτικά από τα τμήματα του κόκκινου στρατού.  Ο στρατηγός Νίδερ μας πληροφορεί ότι οι μπολσεβίκοι είχαν τοιχοκολλήσει και προκηρύξεις στη Σεβαστούπολη πού συνιστούσαν στους πολίτες “να μη χτυπώσι τους Έλληνες στρατιώτες”.

 Ο αρχηγός των Ερυθρών στρατευμάτων στην περιοχή Αταμάνος Γρηγόριεφ σε τηλεγραφική του επικοινωνία με τον Έλληνα φρούραρχο στο σταθμό της Χερσώνας λοχαγό Ηλία Μαθιό του εκμυστηρεύτηκε “ομιλώ μαζί σας διότι είστε Γραικοί, τους άλλους συμμάχους σας τους περιφρονώ”. Kαι o στρατηγός Σπαής  θυμάται το 1977 στο Βήμα “τα συμπαθητικά αισθήματα των Ρώσων ακόμα και των μαχητών μπολσεβίκων απέναντι στους Έλληνες”.

Στα θετικά αυτής της επιχείρησης θα μπορούσε να καταχωρηθεί η επαφή των Ελλήνων αξιωματικών και στρατιωτών με τις επαναστατικές μάζες του ρώσικου λαού και η μεγάλη επίδραση που είχαν επάνω τους. Όπως παρατηρεί στο βιβλίο του “Ο μεγάλος Οκτώβρης και η Ελλάδα” ο δημοσιογράφος Ορφέας Οικονομίδης  “δεν είναι τυχαίο που οι περισσότεροι Έλληνες ανώτεροι αξιωματικοί που προσχώρησαν στις γραμμές του ΕΛΑΣ προέρχονταν από αυτό ακριβώς το σώμα στρατού που είχε σταλεί το 1919 στην Ουκρανία”.   Στο ίδιο βιβλίο αναφέρεται ότι ο πρόεδρος της Κοινότητας Μανταμάδου της Λέσβου εξηγώντας στον ανταποκριτή της Πράβντα, γιατί το χωριό του είναι “κόκκινο”, είπε, πως αυτό οφείλεται στους συγχωριανούς του στρατιώτες που είχαν μετάσχει στην εκστρατεία της Ουκρανίας και μετέφεραν από κει τις κομμουνιστικές ιδέες.  Την εκστρατεία αυτή ο Λένιν τη χαρακτήρισε σαν αποστολή σε κομμουνιστικό πανεπιστήμιο.

 Και ενώ οι στρατιώτες όταν κατευθύνονταν στη Ρωσία τραγουδούσαν με κομπασμό

-Τι κι αν καρτερούνε χιόνια, μπολσεβίκοι, και κανόνια;

  έχουμε καρδιά και νιάτα, νιάτα με ζωή γεμάτα!

όταν επέστρεφαν αναρωτιούνταν

-Τι τα θέλουμε τα όπλα τα κανόνια τα σπαθιά;

Σχετικό: Ραδιοφωνική εκπομπή του Θωμά Σίδερη στο Α’Πρόγραμμα της ΕΡΤ που μεταδόθηκε στις 19/2/2022, όπου ακούγεται η αφήγηση του Παν.Κατσιγιάννη

https://anchor.fm/tomsideris/episodes/TO——–42-e1ekd8l

Tags: , , , , , ,

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.