Τρίκερι

Το blog του Γιώργου Γούσια

Τρίκερι

Η πρόσφατη αναφορά στην οικογένεια της μάνας μου και οι αναμνήσεις της γιαγιάς μου από την εξορία της στο Τρίκερι (http://www.gousias.eu/?p=109), συνέπεσαν  με δύο  σημαντικά γεγονότα. Το πρώτο είναι οι τριήμερες εκδηλώσεις που γίνονται στο Τρίκερι 30/8-1/9. Το δεύτερο είναι η έκδοση μιας σημαντικής μαρτυρίας, ενός ογκώδους βιβλίου με τον τίτλο «Μια ζωή σαν τις άλλες». Συγγραφέας του μια γυναίκα αγρότισσα, μια γυναίκα αγωνίστρια, η Γλυκερία Σακελίων-Χατζή (1907-1988). Η επιμέλεια της έκδοσής του ανήκει στην Κατερίνα Ρώτα -εγγονή του μεγάλου αγωνιστή και συγγραφέα Βασίλη Ρώτα, στον ομότιμο καθηγητή Φυσικής του Πανεπ.Αθηνών Χρήστο Γ.Τρικαλινό, και στην κόρη της συγγραφέως την Κατίνα Χατζή-Ζορμπαλά, μητέρα της πολύ γνωστής μας τραγουδίστριας Μαργαρίτας Ζορμπαλά.

Ομολογώ ότι δεν πρόλαβα να το διαβάσω ολόκληρο. Ξεκίνησα κάπου από τη μέση, από το σημείο της εξορίας στο Τρίκερι, όπου έζησε από τον Απρίλη του 1948 ως τον Δεκέμβρη του 1949, αφήνοντας πίσω το σπιτικό της και μια διαλυμένη οικογένεια., άλλοι στο βουνό, άλλοι στην εξορία, άλλοι στη φυλακή.

Διάβασα μονορούφι τις αναμνήσεις της  και με κατέπληξε στ’ αλήθεια ο ωραίος τρόπος αφήγησης.  Θα μπορούσα να παραθέσω πολλά αποσπάσματα από το βιβλίο, θα σταθώ όμως σε ένα κεφάλαιο με τον τίτλο “Τη σκότωσαν…”  Αναφέρεται στο πώς η ίδια πληροφορήθηκε την εκτέλεση της αδερφής της και το ψυχικό της βάσανο στο να μεταφέρει και στην συγκρατούμενη μάνα της τη σκληρή είδηση.

Εύχομαι να μη βρεθεί άνθρωπος να βιώσει τον θάνατο νέου και προσφιλούς προσώπου, μα όποιος έζησε παρόμοια γεγονότα, θα αντιληφθεί εύκολα της επιλογή μου αυτή.

Τη σκότωσαν…

Μέσα στο Μάη πήραμε δυο γράμματα, το ένα από κάποιον συγ­γενή και το άλλο απ’ τη Λενίτσα. Το μαύρο μαντάτο έφτασε και σε μας. Πιάσαν τη μικρή μου αδερφή, τη Δήμητρα. Τη χώρισαν αμέσως απ’ τα άλλα κορίτσια, που πιάστηκαν μαζί της. Την έστειλαν στις φυλακές της Λάρισας. Τα γράμματα ήταν ξερά, χωρίς πολλά λόγια… Απ’ την ώρα που το μάθαμε μαύρισε ο ουρανός κι έσβησε στα μάτια μας ο ήλιος. Άλλο εί­ναι ο φόβος, γιατί τότε υπάρχει ακόμα ελπίδα. Μα όταν το πάθεις, χάνεται η ελπίδα… Οι δυο ψυχές μας σάλευαν ανάμεσα σε χιλιάδες παρόμοιες ψυχές. Πνίγονταν απ’ τον πόνο, η μια απ’ την άλλη, χωριστά! Ποια να δείξει πόσος βαθύς πόνος υπήρχε; Ποια ν’ αντέξει και ποια να βαστάξει τη φωτιά; Περιμέναμε να ‘ρθει γράμμα, κι αν ερχόταν, τα περισσότερα είχαν μαύρα μαντάτα… Πήρα πάλι γράμμα απ’ την οικογένεια Δεληθανασόπουλου, απ’ τη Λάρισα, με λίγα λόγια: «Πηγαίνουμε και βλέπουμε τη Δήμητρα. Εγώ πήγα μια φορά, δεν θέλω να ξαναπάω… Στο επισκεπτή­ριο πηγαίνει η μάνα μου κι η αδερφή μου και της πηγαίνουν φαγητό».

Ο Τσέλιος αγαπούσε τη Δήμητρα, που την είχε γνωρίσει στο πρώτο αντάρτικο, όταν υπηρετούσε στον ΕΛΑΣ, στο ιππικό. Μα αυτό εί­ναι μια άλλη ιστορία… Έφτασε κι άλλο γράμμα απ’ τη Λενίτσα: «Πήγα. είδα τη Δήμητρα. Δεν μπορέσαμε να μιλήσουμε, γιατί κλαίγαμε. Θα πάω στην Αθήνα, μήπως μπορέσω να τη σώσω. Θα περάσει σύντομα στρα­τοδικείο…» Το διάβαζα εγώ κι η μητέρα άκουγε. Βάλαμε τα χέρια στον κόρφο και κρατούσαμε την καρδιά μας, που κόντευε να σπάσει απ’ τον χτύπο. Δεν λέγαμε τίποτα. Καθόμασταν αντάμα όση ώρα επιτρεπόταν και χωρίζαμε, η μια για τη σκηνή κι η άλλη για το κελί…

Ήταν Ιούνης του 1949… Έγινε διανομή στο συσσίτιο. Τα κορίτσια έφεραν και το δικό μου. Το άφησα στο παραθυράκι, σηκώθηκα και βγήκα.

Πού να βρω τόπο να σταθώ; Να πάω στη μάνα μου; Όχι! Κατέβαινα τη σκάλα, έχοντας σκοπό να βγω απ’ το μοναστήρι. Από κάτω απ’ τη σκά­λα, στα κελιά, κάθονταν γυναίκες. Στο προτελευταίο σκαλί με πρόλαβε η Μαρίνα: «Πού πας;» «Θα βγω έξω». Από κάτου, απ’ το κελί, ακούστηκαν κάτι μισόλογα: «Μαρίνα! Έλα δω, Μαρίνα!» τη φώναξε μια απ’ αυτές… Στεκόμουν εκεί που βρέθηκα και της λέω: «Μαρίνα, πες μου τι ξέρεις;» Βρέθηκε σε αμηχανία, γιατί άκουγε τις άλλες, που κάτι της σφύριζαν. Ε­πέμεινα: «Πες μου!» «Πώς να σε πω!…, Διαβάσαμε την εφημερίδα και γράφει…, έγιναν  εκτελέσεις… μαζί με άλλους… είναι και της Δήμητρας το όνομα… Δικάστηκε πεντάκις σε θάνατο…»

Ανέβηκα τα σκαλιά και πήγα στο κελί μου. Η συντροφιά μου το ‘ξερε, φάνηκε από το γεγονός, που μόλις μπήκα, δε σήκωσε καμιά μάτια να με κοιτάξει… Κάθισα στη θέση μου. Ποτάμι αβάσταχτο απ’ το κεφάλι έτρεχε στα μάτια,  και το καζάνι απ’ τον πόνο χόχλαζε… Σταμάτησα βιαστικά, γιατί ήταν ανάγκη… Βγήκα, νί­φτηκα. Ήξερα πως θα ‘ρχόταν η μητέρα… Αχ, ας μη ζούσε! Πώς να την αντιμετωπίσω;

Πήγα κάθισα και σε λίγο, ενώ όλες είχαν βγει έξω, άκουσα τη φωνή της. Μπήκε μέσα. Ήταν γεμάτη ανησυχία. Με ρώτησε: «Γιατί είσαι έτσι;» «Τα δόντια μου, μητέρα!» «Ναι, με το πε κι η Αθηνιώ!» Καθίσαμε αμίλητες αρκετά κι έφυγε για τη σκηνή… Όλη τη νύ­χτα ανάμεσα σε δέκα άτομα, πνιγόμουν… Δεν βγαίνει τίποτα μπροστά στου χάρου το χτύπημα, κι εδώ δεν ήταν φυσικός ο θάνατος… Ποιος να το ‘λεγε, πως θα χανόταν τέτοια χάρη στα εικοσιτέσσερα της χρόνια και με τέτοιον φριχτό θάνατο; Ας σκοτωνόταν στη μάχη, παρά να τη θερίσουν ζωντανή!

Την άλλη μέρα το πρωί πήγαν όλες στο καΐκι κι έμεινα μόνη. Έκλαιγα και τραντάζομαν σύγκορμη. Ήρθε από άλλο κελί η Κατίνα Προπαντζώτου, που γνώριζε τη Δήμητρα. Την είδα και της έκανα νόημα να κλείσει την πόρτα. Κάθισε κοντά μου και μου κράταγε το χέρι. Είχα δροτσίλια σε όλο το σώμα μου και στο πρόσωπο. Τι να μ’ έλεγε; «Κάνεκουράγιο για τη μάνα σου. Της το πες;» « Όχι!»

Μέρες δέκα η μητέρα ερχόταν, μ’ έβλεπε κι έφευγε. Ρωτούσε άλλες: «Τρώει τίποτα;» Η δικαιολογία ήταν τα δόντια. Βγαίναμε με τα κορίτσια έξω και καθόμασταν κάπου, για να παίρνω αέρα. Μ’ ερχόταν να πέσω απ’ το παραθυράκι, αν ήταν τρόπος να σκοτωθώ… Σάλευε το μυαλό μου. Ζούσα με λίγο νεράκι, έβρεχα το πικρό μου στόμα… Λίγο τσάι το πρωί, όσο να πλένω το στομάχι μου, που καιγόταν…

Μια μέρα πήρα την απόφαση. Είπα στα δυο κορίτσια την Kατίνα και την Αθηνιώ, να βγούμε έξω. Κι όταν βγήκαμε τους λέω: «Πάμε κορίτσια στη μάνα μου, να μοιραστώ τον πόνο, γιατί δεν αντέχω άλλο!» έχει σβήσει εκείνη η εικόνα ακόμα απ’ τα μάτια μου, ούτε θα σβήσει θα ζω… Εκείνος ο τόπος, εκείνη η σκηνή. Μπήκαμε μέσα. Σε μια ακρούλα στο χώμα ήταν στρωμένο ένα τσόλι, πάνω στο οποίο καθόταν η μητέρα με διπλωμένα γόνατα και στην άλλη γωνιά κάθονταν δυο ταλαίπωρες γυναίκες. Οι άλλες έλειπαν. Η μητέρα ξεσηκώθηκε και με πικρό χαμό είπε: «Άντε ντε! Έκανες στράτα;» Κάθισα σχεδόν ακουμπισμένη στο γό­νατο της και τα κορίτσια ήταν δίπλα μου. «Τι γίνεσαι; Είσαι καλύτερα;» Με τύλιξε μια θηλιά στο λαιμό. Την κοίταξα κατάματα και με πνιγμένη φωνή μπόρεσα να πω: «Την σκότωσαν!» Έκρυψα με τις παλάμες το πρόσωπό μου κι έκλαιγα… Η κακομοίρα, λες και δεν κατάλαβε ή τα ‘χασε, ρώτησε «Τη χτύπησαν πολύ;» «Τη σκότωσαν!» – κάνω με βραχνή φωνή. Μ’ είχε πιάσει κρίση φοβερή. Ήταν πικρό κι αβάσταχτο το μαύρο το χαμπέρι στηδόλια τη μανούλα της, η κόρη να το φέρει… Η μάνα μου, βλέποντας εμέ­να, που σαν να πάλευα με το χάρο, προσπαθούσε να με καταπραΰνει και μου ‘λεγε: «Κρατήσου, κορίτσι μου, μην κλαις. Η Δημητρούλα δεν άφησε υποχρεώσεις. Να σταθείς γερή θέλω, να δεις τα παιδιά σου και τον άντρα σου. Κάνε κουράγιο, σκέψου το Κατινάκι μας, τα παιδάκια σου! Εγώ είμαι μάνα και τη χαλαλίζω. Να ζήσεις θέλω!» Έλεγε κι άλλα πολλά… Κόπασα Την κοίταξα. Και μέσα σ’ αυτή την τρικυμία τη δική μου, η μάνα μου βάσταξε, όπως βαστούσε σε όλη την άχαρη ζωή της.

Στη σκηνή ήταν κι άλλες γυναίκες. Πότε μπήκαν δεν τις είδα. Έκλαιγαν όλες. Μόνο η μάνα μου νταγιάντησε… Με τράβηξαν τα κορίτσια και σηκώ­θηκα, σκούπισα τα μάτια μου και φύγαμε… Η μάνα μου δεν σάλεψε απ’ τη θέση της. Μα σαν φύγαμε ξέσπασε κι η δική της φλόγα, που την κράτησε για να ναι μόνη της, χωρίς εμένα… Δεν πήγαμε στο κελί. Πιάσαμε μια ρίζα ελιάς και καθίσαμε.

Στο κελί δέκα γυναίκες  μιλούσαν. Άλλη έλεγε το κοντότης κι άλλη το μακρύ της. Ταβράδια είχαν χάχανα, κουβέντες, κι όταν κοιμόνταν, άλλη ροχάλιζε, άλλη φύσαγε κι άλλη ξεφύσαγε… Σε μένα όλα έφταιγαν, γιατί δεν είχα ύπνο καθόλου και παιδευόμουνα με ζωντανούς εφιάλτες, βουτηγμένη στην α­πελπισία… Πού να ξέρω; Ποιος να μου το πει; Ούτε τα πουλιά δεν φτά­νουν ως εδώ… Ζει άραγε το κοριτσάκι μου; Αν μάθω κάτι θα φύγω απ1 τη ζωή κι εγώ! Αυτό το βράδυ είπα στα κορίτσια: «Θα βγω απέξω, θα στρώσω να ησυχάσω!» «Δεν θα σε αφήσουν. Αν ήταν θα κοιμόνταν κι άλλες, αλλά δεν αφήνουν ούτε παντόφλα…» «Φέρε Αθηνιώ το στρώσιμο κι άμα δεν μ’ αφήσουν θα τη βγάλω καθιστή, είναι προτιμότερο… δεν μπορώ, πνίγουμαι!» Έστρωσε η Αθηνιώ και πήγε μέσα. Ένοιωσα τόση γαλήνη και τόση ανακούφιση, που ήμουν ολομόναχη. Έβλεπα λίγο ουρα­νό μ’ αστεράκια και τα καντηλάκια αναμμένα στο μοναστήρι και μου φαινόταν πως ζούσα κοντά στους νεκρούς. Δεν πήρα ασπιρίνη να καλμάρει ο πονοκέφαλος. Γιατί να πάρω, άστο ας πονάει – σκέφτηκα.

Όπως με τριβέλιζε ο εφιάλτης, το μυαλό μου σταμάτησε. Κάποια σκιά καθόταν δίπλα μου κι ήταν χωροφύλακας. Τον έβλεπα και προσπαθούσα να βγάλω μιλιά, να κουνηθώ, αλλά ούτε μιλιά, ούτε κίνηση έβγανε.

Απ’ την αγωνία μου κουνήθηκα λίγο και διαπίστωσα πως είχα τα μάτια μου ανοιχτά. Έτσι ήταν, βέβαια. Ανασηκώθηκα και κάθισα… Κοίταξα ατ τη μια άκρη ως την άλλη στον εξώστη. Ούτε άνθρωπος, ούτε βήματα α­κούγονταν. Φοβήθηκα πως θα πάθει κάτι το μυαλό μου. Η καρδιά μου χτυπούσε πολύ αδύνατα. Όπως είχα ένα πανάκι έκανα λίγο αέρα και μετά προσευχή. Ακούμπησα στον τοίχο και δεν μπορούσα να κρατηθώ. Έπεσα πάλι και σκεπάστηκα με το σεντόνι. Κοιμήθηκα και ηρέμησε το κεφάλι μου.

Όταν ξύπνησα ένοιωθα αλαφρωμένη. Άρχισαν να βγαίνουν οι γυ­ναίκες απ’ τα κελιά. Απ’ το δικό μας πρώτη βγήκε η Αθηνιώ. Κάθισε κο­ντά μου, και της διηγήθηκα, πώς πέρασα τη νύχτα…

Πήγαινα στη μητέρα κάθε μέρα. Έπαιρνα το συσσίτιο, πήγαινα κα τρώγαμε μαζί.. Στη σκηνή της ήταν πόντιες. Αυτή η ράτσα είναι πονόψυχη. Την πρόσεχαν όλες πολύ… Της πήγαιναν το νεράκι και τη συντρό­φευαν με το παραπάνω. Για τη συμφορά μας τίποτα δεν λέγαμε. Είχε κρεμάσει το κεφάλι της. Πόσο βάρος σήκωνε; Από παιδιά μέχρι εγγό­νια!… Μαζί πήγαμε πλύναμε τα ρουχάκια μας και τα βάψαμε μαύρα.

Έγιναν είκοσι μέρες από τότε που έκοψα απ’ την εκκλησία. Καμιά δεν έδινε συλλυπητήρια στην άλλη. Δεν ήθελαν να αγγίξουν την πληγή Ένα απόγευμα ήρθε ο παπάς. Στάθηκε όρθιος, βέβαια, και πού να καθό­ταν; Είπε δυο λόγια: «Όσο κι αν υποφέρεις, δίκιο έχεις κι εσύ και όλο μας. Δεν φέρνεις, όμως, αποτέλεσμα. Βρισκόμαστε σε άσχημη εποχή. Τι να σας πω! Σφίξτε τα δόντια σας. Κάθε αρχή έχει και τέλος. Ας κάνουμε υπομονή. Άντε, σας αφήνω. Κι εσύ καλά θα κάνεις να ‘ρχεσαι στην εκ­κλησία, για να ξεδίνει ο νους σου!»

Τις σκηνές που καθόταν η μητέρα τις σήκωσαν και τις πήγαν απέ­ναντι, στο στρατόπεδο που έμεναν οι διανοούμενες. Και μετά εκεί τις έβα­λαν σ’ ένα αψήλωμα. Για μένα και για τη μητέρα ήταν δύσκολο να συνα­ντιόμαστε. Κι εμάς μας έβγαλαν απ’ το κελί και μας πήγαν σ’ άλλο, που ήμασταν περισσότερες. Όλο μας ανακάτευαν, απ’ τη μια μεριά στην άλλη Ήρθε πάλι επιτροπή και μας κοσκίνισε εμάς τις παλιές. Έφυγε πάλι ένας ορισμένος αριθμός, ανάλογα με την απολογία που έδωσαν. Παρακάλεσα την Αθηνιώ που μέναμε στον ίδιο χώρο, να κάνουμε τόπο να φέρω τη μητέρα. Δέχτηκε. Πήγα στο άλλο στρατόπεδο και πάλι παρακάλεσα την υπεύθυνη να πάρω τη μητέρα. «Μπορείς να την πάρεις στα κρυφά. Αλλά

δεν μπορούμε ν’ αλλάξουμε νούμερο για το συσσίτιο, για να το παίρνει εκεί». «Θα την πάρω κι ας μην παίρνει συσσίτιο». Κουβάλησα απόμερα τα πραγματάκια της κι αυτή ήρθε μοναχή της… Έτσι αναπαύτηκε η ψυχή μου που την είχα κοντά μου. Μήπως κοιμόταν; Όλη νύχτα καθόταν ακου­μπισμένη στον τοίχο η έρημη. Εκεί έκλειναν τα μάτια της και προσκυνού­σε, γιατί νύσταζε. Άμα πλάγιαζε, έχανε τον ύπνο…

——————-

Έπειτα από πολλές προσπάθειες, η Γλυκερία Σακελίων-Χατζή κατάφερε μόλις το 1963 να ταξιδέψει -με διαβατήριο χωρίς επιστροφή- στη Σοβιετική Ένωση για να συναντήσει τον σύζυγό της και την οικογένεια της κόρης της. Στη συνέχεια παρατίθεται η σύνδεση για ένα πασίγνωστο αντιπολεμικό ρωσικό τραγούδι με τον τίτλο “Οι γερανοί” μεταφρασμένο στα ελληνικά από την κόρη της Κατίνα και ποιητική απόδοση από τον Γιάννη Ρίτσο, που περιέχεται στον δίσκο “12 ρούσικα λαϊκά τραγούδια” της εγγονής της Μαργαρίτας Ζορμπαλά. https://www.youtube.com/watch?v=VQd1kvRbSEg

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.