Νίκος Καββαδίας – Νίκος Τασιάκος: τους πρόδωσε το κούρδισμα!

Το blog του Γιώργου Γούσια

Νίκος Καββαδίας – Νίκος Τασιάκος: τους πρόδωσε το κούρδισμα!

Ναυτικοί και οι δύο με απίστευτες εμπειρίες. Και οι δυό γύρισαν όλον τον κόσμο. Ο πρώτος, ποιητής και ναυτικός από τα νεανικά του χρόνια, μας άφησε πεζά και ποιήματα αποθησαυρισμένα σε εφτά βιβλία. Ο δεύτερος, τορπιλητής στο υποβρύχιο Παπανικολής, αποταγμένος από το Πολεμικό Ναυτικό και ναυτικός πλέον στο εμπορικό, μου εμπιστεύθηκε την αυτοβιογραφία του. 

Στη συνέχεια παρουσιάζονται δυο ιστορίες τους, που έχουν μια διαφορά τριών δεκαετιών και ένα κοινό στοιχείο: τα ξυπνητήρια!

Ιστορία πρώτη

Νίκος Καββαδίας (11/1/1910-10/2/1975): Απόσπασμα από το τρίτο κεφάλαιο του βιβλίου του Βάρδια (πρώτη έκδοση 1954)

Ο Νίκος Καββαδίας μπρος στον ασύρματο

— Ξανάκλεψες από τότε ; [ρώτησε ο Γεράσιμος]

— Ναι, πολλές φορές. Όταν χωρίσαμε στην Ισπανία, πήγα δό­κιμος μ’ ένα μεγάλο ποστάλι. Παραλάβαινα ένα αμπάρι γενικό φορτίο. Μεσάνυχτα, παραμονή πρωτοχρονιά του τριάντα, ξεφορτώ­ναμε στον Πειραιά. Οι εργάτες σπάσαν μια κάσα γαλλικά ξυπνη­τήρια. Πήραμε από ένα ο καθένας και καρφώσαμε το κιβώτιο κα­νονικά, με τις ταινίες του. Έβαλα το δικό μου μεσ’ από τη φόρμα μου, ανέβηκα στο κατάστρωμα και τράβηξα για την καμπίνα μου να ξελιμπάρω [ξαλαφρώσω, αδειάσω]. Είχα και κάτι σοκολάτες στις τσέπες. Θα το χάριζα σε μια Μυτιληνιά, την Αμέρσα. Όξω από την πρώτη θέση κου­βέντιαζε ο καπετάνιος με τον αρχιλογιστή το Μακρή. Με φωνά­ξανε. Στάθηκα λίγο μακριά.

« — Σπατσάρησε [ξεμπέρδεψε] το νούμερο τρία; με ρώτησε ο αρχιλογιστής. «— Ναι, τώρα μόλις, του αποκρίθηκα. Βάζουνε τις μπουκα­πόρτες.

« — Έλα πιο κοντά, μου κάνει ο μπάρμπας μου. Σενιάρατε καλά τις κάσες με τα ρολόγια ;

« — Ναι, καπετά-Γιώργη.

« — Ντύσου, να πας στη μάνα σου.»

Ανάσανα και κίνησα να φύγω. Τότε, θες ο διάολος που με κυ­νηγάει, θες οι εργάτες να ‘χανε κουρδίσει το αλάρμ για χάζι, ένας τρομερός σαματάς ακούστηκε μεσ’ από τη φόρμα μου. Το ξυπνη­τήρι χαλούσε τον κόσμο. Ώσπου να καταλάβουνε, είχ’ ανέβει στο πάνου κατάστρωμα και το ‘χωσα σε μια κρυψώνα.

« — Μωρέ μούλε, μου ‘πε, σπρώχνοντας την πόρτα της καμπίνας μου, μωρέ κλέφτη, να ‘χεις χάρη τη μέρα πού ξημερώνει.»

Ο Γεράσιμος γέλασε.

—Έ, λοιπόν, πίστεψε με, κείνο το ρολόι, δεκαοχτώ χρόνια τώ­ρα, βρίσκεται ακόμα και δουλεύει.

_________________________________________________________________________

Ιστορία δεύτερη

Νίκος Τασιάκος (9/8/1915-18/12/2015) Από την ανέκδοτη αυτοβιογραφία του.

Ο Νίκος Τασιάκος κατά την έξοδό του από το Υπουργείο Εθνικής Άμυνας μετά την παρασημοφόρησή του από τον υπουργό Δημ. Αβραμόπουλο 31/10/2014

Περιπέτεια σε λιμάνι της Σοβιετικής Ένωσης είχα και λίγα χρόνια αργότερα. Ήταν Απρίλης του 1961, ταξιδεύαμε για ρωσικό πετρέλαιο στο Νοβοροσίσκ και θέλω να σας πω για την αφέλεια των ανθρώπων και ιδιαίτερα των ναυτικών που επισκέπτονται ξένες χώρες και λαούς. Χωρίς να το θέλω ή να το καταλάβω, βρέθηκα σε απαγορευμένη ζώνη φρουρούμενη από στρατό. Το αντιλήφθηκα όταν ένας προβολέας έπεσε επάνω μου. Όταν σε πιάσει ο προβολέας ή πρέπει να πέσεις σε λάκκο ή να ανοίξει η γη να σε καταπιεί. Τρομοκρατήθηκα. Ασυναίσθητα έπεσα κάτω και όσο ο προβολέας γύριζε και φώτιζε αλλού, εγώ σερνόμουνα στο έδαφος και τελικά τα κατάφερα και βγήκα εκτός της ελεγχόμενης ζώνης. Ήμουνα ικανός λέτε; Όχι, ήμουνα Όχι, ήμουνα τυχερός, γιατί εκείνη τη μέρα επέστρεφε ο Γκαγκάριν από το διάστημα και φαίνεται πως και οι φρουροί ακόμα είχαν το μυαλό τους εκεί κι έτσι τη γλύτωσα με λίγες γρατσουνιές μόνο!

Αλλά η αφέλεια είναι αφέλεια και τα λάθη δεν τα αποφεύγεις. Ενώ ήξερα πώς είναι τα πράγματα στη Ρωσία και ότι απαγορεύονται οι συναλλαγές, θα την πάθαινα σαν την αλεπού που πιάνεται από τα τέσσερα.

Καθόμουνα σε ένα παγκάκι σε μια πλατεία και χάζευα με τον κόσμο. Έρχεται ένας νεαρός και μου ζήτησε ένα τσιγάρο. Του έδωσα. Μου ζήτησε και φωτιά. Έβγαλα τον αναπτήρα μου, έναν φτηνό αναπτήρα, που άρεσε όμως πολύ στον νεαρό και μου ζήτησε να τον αγοράσει. Μου πρόσφερε, δεν θυμάμαι πόσα ρούβλια, και του τον έδωσα. Όμως χρήματα στο τοπικό νόμισμα μπορούσε να μας δώσει μόνο ο καπετάνιος, ο οποίος έκανε νόμιμες συναλλαγές με τις αρχές του κράτους όπου πηγαίναμε. Αν με πιάνανε με τα χρήματα θα είχα προβλήματα κι έπρεπε γρήγορα να τα ξεφορτωθώ. Πήγα λοιπόν κι αγόρασα ένα ρολόι-ξυπνητήρι, με τη σκέψη ότι θα το έβαζα στην τσέπη και θα το περνούσα εύκολα από τον σκοπό στην είσοδο του πλοίου. Άλλος, πιο «έξυπνος» από μένα, σε άλλο λιμάνι, ρωμιός κι αυτός, αγόρασε με τον ίδιο τρόπο μια φωτογραφική μηχανή. Αλλά πώς να την περάσει στο πλοίο; Αγόρασε κι ένα καρπούζι, του ’κανε μια τρύπα όσο να χωράει η μηχανή, το έσκαψε μέσα όσο χρειαζόταν, την έβαλε μέσα, τοποθέτησε ξανά το καπάκι στη θέση του, το έβαλε στο δίχτυ με το κομμένο μέρος προς τα κάτω και πέρασε σαν κύριος από τον έλεγχο. Κάτι τέτοιο είχα κι εγώ στο νου μου. Έβαλα το ρολόι στην τσέπη μου και κατευθύνθηκα προς το πλοίο, γιατί σε λίγες ώρες θα αναχωρούσαμε για την Ελλάδα. Αλλά ο άτιμος ο σκοπός, τι αυτιά είχε ρε παιδί μου! «Τικ-Τακ» μου λέει και μου δείχνει την τσέπη. Τι να κάνω, το έβγαλα και του το παρέδωσα. Εγώ ο έξυπνος, δεν μου έφτανε που ήταν καινούργιο, ήθελα να διαπιστώσω και αν δουλεύει και το κούρδισα. Κι αυτό, σαν καλό ρολόι, έκανε τικ-τακ. Και ο σκοπός σαν καλός φύλακας το παρέδωσε στην αστυνομία. Ήρθε η αστυνομία ήρθε στο καράβι και με ανέκρινε. Κι εγώ είπα την αλήθεια, όπως ακριβώς έγιναν τα πράγματα. Μου κρατήσανε το ρολόι, μου βάλανε ένα τσουχτερό πρόστιμο και άκουσα τα εξ αμάξης από τον καπετάνιο, και η υπόθεση έληξε εκεί. Μόνο που θα έπρεπε να συμπληρώσω, πως όταν επισκεφθήκαμε ξανά το ίδιο λιμάνι, με κάλεσε η αστυνομία και μου παρέδωσε το ρολόι!  

Tags: , ,

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *