ΠΟΥ ΠΑΣ ΧΩΡΙΣ ΣΑΚΑΚΙ;

Διάβασα πρόσφατα μια ωραία συνέντευξη της Κυριακής Μπεϊόγλου με έναν σπουδαίο πνευματικό άνθρωπο που τιμά τη χώρα μας στη Σουηδία, τον Θοδωρή Καλλιφατίδη. Τίτλος της  “Για την αγάπη και την ξενιτιά” που αποτελεί και τον τίτλο του τελευταίου του βιβλίου. https://www.efsyn.gr/nisides/233352_gia-tin-agapi-kai-tin-xenitia

…Ήταν το 1961, όταν μετανάστευσε στη Σουηδία.” Ο πατέρας μου είπε κλαίγοντας: «Φύγε, δεν σε χωράει, δεν σε θέλει η Ελλάδα». Πρέπει να ήταν η πιο πικρή κουβέντα που είχε πει στη ζωή του. Έφυγα φορώντας ένα παλιό του σακάκι.”

Το σακάκι του πατέρα, μου έφερε στο νου μια άλλη ιστορία, ενός άλλου μετανάστη, που μην έχοντας ο ίδιος σακάκι να φορέσει για να φύγει για τη Γερμανία, φόρεσε εκείνο του πατέρα του, ο οποίος όμως δεν ήθελε να ξενιτευτεί ο γιος του.«Αποχαιρέτησα όλους στο χωριό και τελευταίο άφησα ν’ αποχαιρετίσω τον πατέρα μου. -Επιμένεις να φύγεις, ε; -Ναι, του λέω εγώ με πείσμα κι αυτός προσπαθώντας να μ’ εμποδίσει μου λέει: -Και το σακάκι που το πας; Είναι δικό μου! Το έβγαλα και του το πέταξα. Όταν απομακρύνθηκα μου φώναξε: -Που πας χωρίς σακάκι;»

Το απόσπασμα αυτό περιέχεται στο βιβλίο “Που πας χωρίς σακάκι;” της Ελευθερίας Δροσάκη, που βασίζεται στις αφηγήσεις του Ηλία Παππά -από το χωριό Καταφύγι Καρδίτσας- και εκδόθηκε από τις εκδόσεις “Εντός” το 2002. Το διάβασα μονορούφι, όταν έπεσε στα χέρια μου και δημοσίευσα τις εντυπώσεις μου σε μια εφημερίδα της Καρδίτσας. Το δημοσίευμα αυτό αποτέλεσε την αφορμή μιας εξαιρετικής φιλίας με την συγγραφέα (ποιήτρια, ζωγράφο και ονομαστή κεραμίστρια) μέχρι τον θάνατό της, το 2015.

 

“Πού πας χωρίς σακάκι;” της Ελευθερίας Δροσάκη  από αφηγήσεις του Ηλία Παππά, εκδόσεις Εντός, Αθήνα 2002.

Κι αν δεν διαβάσει κανείς τα σύντομα  βιογραφικά  στα  εξώφυλλα  του βιβλίου, θα πρέπει να το υποψιαστεί. Τόσο η συγγραφέας Ελευθερία Δροσάκη όσο και ο αφηγητής Ηλίας Παππάς, είναι αγγειοπλάστες. Πιάνουν στα χέρια τους αρχέγονα υλικά, χώμα και νερό, και τα ανακατώνουν. Τα ζυμώνουν, τα  πλάθουν, τα περνούν στο τροχό, τα περνούν μερικές πινελιές χρώμα, τα γυαλώνουν όταν είναι απαραίτητο, τα φουρνίζουν. Μα όσο και να τα  δουλέψουν, όσο και να τα επεξεργαστούν, όσο και να τα στολίσουν, η αδρότητα του πηλού δεν μεταλλάσσεται. Πιάνεις στα χέρια σου τα έργα τους και ξέρεις πως πιάνεις χώμα και νερό. Όπως ακριβώς και με τις μνήμες του Καταφυγιώτη Ηλία Παππά. Μνήμες ζυμωμένες με χώμα και νερό. Πολλές φορές και με αίμα!

Μνημόσυνο το βιβλίο στην Ουρανία Παππά. Τάχα τες ναναι η μάνα του αφηγητή; Ούτε κι ίδιος είναι σίγουρος. «Δεν ήξερα ούτε το όνομά της. Την έλεγαν Ουρανία, αλλά ποιος ευκαιρούσε να μου το πει; Εγώ άκουγα που τη φώναζαν Κώτσαινα. Ούτε ο πατέρας μου τη φώναζε ποτέ με τ’ όνομά της. Κάθε φορά που ήθελε να τον ακούσει, έλεγε δυνατά ένα ξερό Εεε!»

Γεννημένος λίγο πριν τον πόλεμο του ’40, ο αγραφιώτης αφηγητής ξεδιπλώνει τις αναμνήσεις του αρχίζοντας -όπως και ο συντοπίτης Χαρίλαος Φλωράκης- απ΄ τη μανιά. Όχι δεν είναι συμπτωματικό. Η μανιά στα βρεφικά και νηπιακά χρόνια ήταν κάτι παραπάνω από μάνα. Πόσα μωρά ημέρωσαν από το κλάμα τους ψευτοβυζαίνοντας στο στήθος της μανιάς, όταν η μάνα έλειπε ολημερίς στο χωράφι!

Μήτρα της αντίστασης η περιοχή των Αγράφων, υπήρξε το θέατρο συγκρούσεων.  Έλληνες  εναντίον Ιταλών, Έλληνες εναντίον Γερμανών κι αργότερα  Έλληνες εναντίον Ελλήνων. Τα ιδανικά και η αγριότητα σ’ όλο τους το μεγαλείο. Και η αναγκαιότητα για επιβίωση. «Εμείς ο κόσμος, είχαμε συνηθίσει να ζούμε ανάμεσα στους αντάρτες και στο στρατό. Πηγαίναμε στα πρόβατα, στα χωράφια, στο σχολείο. Οι μάχες γίνονταν και το σχολείο δούλευε. Σε μας τα παιδιά όλα αυτά μας φαίνονταν παιχνίδια». Κι ήταν σκληρά τα παιχνίδια. Τα πολυβόλα έριχναν και τα παιδιά πλησίαζαν στα πολυβολεία να μαζέψουν τους κάλυκες –τα παφίλια- για να παίξουν. Κι αυτά ήταν τα αθώα παιχνίδια. Υπήρχαν κι εκείνα με μπαρούτι και αληθινές σφαίρες που -«άει, τα θειουσκουτουμένα»– τις ρίχνανε  μέσα στη φωτιά και εκπυρσοκροτούσαν.

Κι αργότερα ήρθε ο ξεσπιτωμός. Τα ορεινά χωριά έπρεπε να αδειάσουν εντελώς για να μη βρίσκουν εφόδια οι αντάρτες. Και το Καταφύγι άδειασε. «Δεν έμεινε ψυχή. Μόνο δυο-τρία γεροντάκια που ήταν κατάκοιτα. Πέθανε ο ένας και δεν μπόρηγαν να παν να τον θάψουν. Πήγαν κρυφά δυο τσοπάνηδες, ο ένας έκανε τον παπά». Μαζεύτηκαν όλα τα χωριά στην Καρδίτσα. Πολλοί βρήκαν καταφύγιο στο μύλο του Ψάρα. «Ήταν ένα πέτρινο τριώροφο κτίριο και μέσα σ’ αυτό τρακάδες, λες κι ήταν ξύλα οι άνθρωποι. Δεν είχε γύρω χωράφια, δεν είχε χαντάκια, δεν είχε ρέματα. Σιχαινόσουν να περάσεις απ’ το σκατό». Αργότερα φτιάξανε και παράγκες και βολεύτηκαν μερικοί. Οι υπόλοιποι «φτιάσαν κάτι καλυβάκια, ένα δωματιάκι ίσα να κοιμούνται, σκεπασμένο άλλο με πισσόχαρτο, άλλο με τσίγκια, άλλο με χαρτόνια.  Τράβαγε αέρας τους έπαιρνε τα τσίγκια, τα χαρτόνια, τα σκόρπαγε μακριά». Τρία σχεδόν χρόνια έμεινε ο μικρός Ηλίας στις παράγκες της Καρδίτσας. Εκεί πήγε και στο σχολείο, ένα ισόγειο στο σπίτι ενός παπά. «Το πάτωμα του σπιτιού του που ήταν από πάνω μας είχε μεγάλες χαραμάδες και τρύπες και στρώσαμε στο ταβάνι ένα χαρτί. ‘Όταν όμως τα παιδιά του παπά κατούραγαν, σακούλιαζε το χαρτί, τρύπαγε και τσρρρρρ σ’ όποιον ταίριαζε. Εμάς εκεί στις παράγκες δεν μας υπολόγιζαν για ανθρώπους».

Και τι αξία τάχα είχε η ζωή του ανθρώπου;  Και τι ήταν άραγε το νεκρό του σώμα. Ένα σκέτο κουφάρι και τίποτα παραπέρα. Λίγες μέρες προτού ξεσπιτωθούνε «οι τσομπαναραίοι βρήκαν ένα σκοτωμένο αντάρτη. Μύριζε. Κανένας δεν το έθαβε. Κόταγαν να τον θάψουν; Όταν γυρίσαμε μετά από τρία χρόνια τα κοκαλάκια του αντάρτη ήταν ακόμα άταφα».

Και γύρισαν στα χωριά για να φύγουν ξανά λίγο αργότερα και οριστικά πλέον γιατί «ο κόσμος άρχισε να φεύγει, να πηγαίνει στις πόλεις να βρει δουλειά και να μεταναστεύσει». Τα ξύλα που κουβαλούσαν καθημερινά στην Καρδίτσα δεν ήταν η δουλειά που θα κρατούσαν τους συγχωριανούς του Η.Παππά στο χωριό. ‘Όταν πουλούσαν το φόρτωμα του γαϊδουριού είχαν και την πολυτέλεια να φάνε στο μαγειρείο του Ασκητή «ολίγα φασόλια και πενήντα λεπτά λάδι!».

Ανεργία και φτώχεια. Κι όταν ξεκίνησε το φράγμα του Μέγδοβα  –και οι πολιτικοί πλέον έπαιζαν πολύ καλά το ρόλο της μικροπολιτικής- ο πατέρας του που ήταν και πρόεδρος στο χωριό «πήρε ένα γράμμα από τον Ταλιαδούρο «πάρε καμιά εικοσπενταριά δικούς μας και φέρτους να πιάσουν δουλειά». Τους μαζεύει το πρωί σαν τα γελάδια, παν στην Καρδίτσα. Μετά από δυο μέρες, ως τότε κοιμόνταν όπου νάναι, στις αυλές, στα πάρκα, πάτε, τους λέει θα σας ειδοποιήσω. Ακόμα τους ειδοποιεί». Με πολιτικό μέσον δούλεψε και ο αφηγητής ως εργάτης στο φράγμα.  Κι αργότερα, πιστεύοντας πάλι σε τέτοιου είδους υποσχέσεις,  μάταια η οικογένειά του πούλησε την αγελάδα της για να αντιμετωπίσει τα έξοδα παραμονής του στην Αθήνα. Οι θέσεις στην Πυροσβεστική ήταν πολύ λιγότερες από τις υποσχέσεις…Έτσι, τα ανθρακωρυχεία της Γερμανίας ήταν ο μοναδικός δρόμος. «Αποχαιρέτησα όλους στο χωριό και τελευταίο άφησα ν’ αποχαιρετίσω τον πατέρα μου. -Επιμένεις να φύγεις, ε; -Ναι, του λέω εγώ με πείσμα κι αυτός προσπαθώντας να μ’ εμποδίσει μου λέει: -Και το σακάκι που το πας; Είναι δικό μου! Το έβγαλα και του το πέταξα. Όταν απομακρύνθηκα μου φώναξε: -Που πας χωρίς σακάκι;»

 Η Ελευθερία Δροσάκη πρέπει να άκουσε ατέλειωτες ιστορίες από το στόμα του συναδέλφου της. Αλλιώς δεν εξηγείται η οικειότητα και με την οποία αποτύπωσε τον προφορικό θεσσαλικό λόγο. Εκφραστικές ιδιαιτερότητες και άγνωστα επιφωνήματα (πλην εκείνων που φανέρωσε ο Λάκης Λαζόπουλος  στους Μήτσους του),  βρήκαν αβίαστα θέση στις σελίδες της. «Πηγαίνοντας προς τη Σέκλιζα βλέπουμε (για πρώτη φορά) ένα αυτοκίνητο. Εμείς μόλις το είδαμε «ι ι ι ι ι», μες στα χωράφια». Όταν τα παιδιά τα έπιασε πονόματος τα μάτια τους ήταν «ραμμένα, ντιπ». Ο σουγιάς παρέμεινε γένους θηλυκού «η σουγιά» και η αγαναχτισμένη άρνηση άρχιζε με το «Ε, χάι!» Η κλητική πτώση παρέμεινε δωρική «Ω, Ηλία, Ω Γιώργο!» και τα δυσάρεστα γεγονότα λέγοντα ωμά και χωρίς περιστροφές: «Ω, Ηλία, πέθανε ο παππούς!»

Με ή χωρίς σακάκι, η αφήγηση του Ηλία Παππά δεν είναι απλώς το ξεδίπλωμα των αναμνήσεων για μια πολύ δύσκολη εποχή που κανείς δεν θα θελε γνωρίσει και κανείς δεν θα θελε να ξαναζήσει. Μα φαίνεται πως ο αφηγητής είναι μεγάλος «παραμυθάς». Με ένα λιτό και απέριττο λόγο έχει την ικανότητα να διηγείται δραματικά γεγονότα,  όπως ακριβώς και στα παραμύθια. Εμποτισμένα όμως με μια ανεπαίσθητη δόση χιούμορ, έτσι που να κρατά σε ενδιαφέρον τον ακροατή-αναγνώστη. Αναγνώστη, που δεν νομίζω πως είναι και πολύ εξοικειωμένος με τις συνθήκες κάτω από τις οποίες έζησαν οι ορεινοί πληθυσμοί της Καρδίτσας αλλά και άλλων περιοχών της χώρας μας, κατά την περίοδο του εμφυλίου. Όχι βέβαια ότι το βιβλίο καταπιάνεται μόνο μ’ αυτή την εποχή, αλλά κατά τη γνώμη μου το κομμάτι αυτό είναι το πιο ενδιαφέρον. Θεωρώ ακόμη ότι ο αναγνώστης μπορεί να αντλήσει αυθεντικά και έντονα κοινωνιολογικά και λαογραφικά στοιχεία από μια εποχή, έναν κόσμο και ένα τρόπο ζωής που σήμερα τίποτα δεν τον θυμίζει.

Κλείνοντας τούτη την αναφορά, θα ήταν νομίζω άδικο να μη γραφούν δυό λόγια και για ένα παλιότερο βιβλίο, αυτοβιογραφικό και αυτό, με την ίδια σχεδόν πλοκή  και πορεία. Πρόκειται για τη «Διμοιρία των απόκληρων» με υπότιτλο «Το χρονικό ενός εμιγκρέ» του Γεωργίου Κολλημένου που κυκλοφόρησε το 1998 από τις λαρισινές εκδόσεις «έλλα». Παραποιώντας ελαφρά ο συγγραφέας τοπωνύμια και ονόματα, αναφέρεται στα δύσκολα παιδικά χρόνια που έζησε στην Ευρυτανία και αργότερα στην Καρδίτσα ως «καταδιωκόμενος» όπου -ποιος ξέρει- μπορεί να έπαιξε και πετροπόλεμο με τον Ηλία Παππά και να συνταξίδεψαν αργότερα στο ίδιο τραίνο όταν εκείνος μετανάστευσε στη Σουηδία.

Γιώργος Γούσιας

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *