Γιώργος Λάζος

Το blog του Γιώργου Γούσια

Γιώργος Λάζος

-Φύγε, Γιώργο, θα σε σκοτώσουν! τον προειδοποίησε ο Γιαννο-Πούλιος, που –ποιος ξέρει πώς- έφτασε στ’ αυτιά του μια τέτοια πληροφορία. Δημόσιος κίνδυνος  ο ήσυχος και πράος νέος, ο ασθενικός και με αδυναμία πλήρους χρήσης του αριστερού του χεριού, Γιώργος Λάζος, ο αδερφός της μάνας μου,  ο αγαπημένος μου θείος!

Έφυγε από το σπίτι του δώδεκα μέρες πριν γεννηθώ. Ακολούθησε την πρώτη ομάδα του Δημοκρατικού Στρατού με την οποία συναντήθηκε στην περιοχή.  Ήταν Μάρτης του 1949. Οι μέρες και οι βδομάδες περνούσαν και βέβαια η μάνα του δεν είχε κανένα νέο. Είχαν όμως οι διώκτες του, που τον βάφτισαν “καπετάνιο”. –Πού τον έχ’ς τον καπιτάνιου; τη ρωτούσαν απειλητικά. 

Με το έμπα του Ιούλη τη συνέλαβαν. Πήγε ένας χωροφύλακας στο σπίτι και την οδήγησε στο σχολείο, όπου είχαν την έδρα τους. Σπίτι! Ποιο σπίτι; Το σπίτι τους το έκαψαν οι Ιταλοί τον Ιούνη του 1943 και αναγκάστηκαν να διαμορφώσουν σε κατοικήσιμο χώρο έναν αχυρώνα!

 Μαζί της συνέλαβαν και τον άλλο της γιο που της απόμεινε, τον δεκαεφτάχρονο Διονύση. Τον μεγάλο της, τον Νίκο, τον είχαν εκτελέσει πριν πέντε χρόνια οι Γερμανοί. Ο άντρας της είχε πεθάνει νωρίτερα τον πρώτο καιρό της Κατοχής και η μόνη από την οικογένειά της που έμεινε πια στο χωριό, ήταν η κόρη της, η μάνα μου. Μάνα και γιος οδηγήθηκαν στην εξορία, εκείνη στο Τρίκερι κι ο Διονύσης στη Μακρόνησο.

Μήνες αργότερα ηρέμησαν τα πράγματα, γύρισαν και οι δυο από την εξορία βρίσκοντας “αράχνες στο κατώφλι και χορτάρια στην αυλή” καθώς τραγούδησε ο Τσιτσάνης την επιστροφή. Όμως από τον Γιώργο κανένα νέο, ζει; πέθανε; κανείς δεν ξέρει. Κι η καημένη η μάνα του, για να αποφεύγει τα άγρια βλέμματα ορισμένων συγχωριανών και τις συνεχείς οχλήσεις των οργάνων της τάξεως και των εθνοφυλάκων της υπαίθρου, έλεγε ότι “του Γιώργο μ’ τουν πήραν οι αντάρτες”.

Πέρασαν δυο χρόνια ώσπου ήρθε μέσω του Ερυθρού Σταυρού ένα ολιγόλογο γράμμα που μαρτυρούσε πως ήταν ζωντανός και πως βρισκόταν στην Ουγγαρία. Ανακούφιση!

Το πρώτο γράμμα που απευθυνόταν στην αδερφή μου κι εμένα, στα μέσα της δεκαετίας του ’50

Δειλά – δειλά ξεκίνησε μια αλληλογραφία. Μεγαλώνοντας άρχισα να γράφω κι εγώ και μέχρι την περίοδο της δικτατορίας είχαμε μια συχνή επικοινωνία. Όταν ήμουν στην Τρίτη Γυμνασίου μου είχε στείλει μια επιταγή και την αξιοποίησα αγοράζοντας βιβλία. Πήρα την Άλγεβρα του Π.Τόγκα –περιζήτητα τα βιβλία του στα χρόνια μου- και έγραψα στο εσώφυλλό της “Δωρεά του θείου μου Γ.Λάζου διαμένοντος εν Ουγγαρία”!

Αργότερα,  το 1964 έγινε η κυβέρνηση της Ένωσης Κέντρου κι εγώ -πιτσιρικάς- που νόμισα ότι ήρθε η δημοκρατία στον τόπο μας,  ξεθάρρεψα και του έγραψα πράγματα που θα φούσκωναν αμέσως τον φάκελό μου στην Ασφάλεια. Ευτυχώς που πριν στείλω το γράμμα, το διάβασα στον πατέρα μου κι έκατσα και έγραψα ένα άλλο!

Το καλοκαίρι του 1964 το περιοδικό “Δρόμοι της Ειρήνης” δημοσίευσε την αφήγηση μιας επίσκεψης της συντάκτριάς του Άννας Φωκά στο χωριό Μπελογιάννης και η οποία φιλοξενήθηκε στο σπίτι του θείου μου. Ήταν η πρώτη φορά που μάθαμε κάτι παραπάνω για τη ζωή τους.  Η δημοσιογράφος ζήτησε από τον θείο μου και μερικά στοιχεία για το χωριό και τις συνθήκες διαβίωσης των κατοίκων του. Το 20σέλιδο χειρόγραφο σημείωμά του βρίσκεται σήμερα στα ΑΣΚΙ.

1964-Με τη μάνα του Σταθούλα

Αλλά η χρονιά εκείνη ήταν και για έναν άλλο λόγο πάρα πολύ σημαντική. Η παντελώς αγράμματη γιαγιά μου ανέβηκε στο τραίνο στη Λάρισα, άλλαξε βαγόνι στο Βελιγράδι κι έφτασε μόνη της στο χωριό Μπελογιάννης της Ουγγαρίας, όπου αντάμωσε με τον γιο της έπειτα από δεκαπέντε ολόκληρα χρόνια! Και είχαν να διηγηθούν ιστορίες μιας ζωής. Η μάνα έμαθε ότι ο γιός της μέσω Αλβανίας έφτασε στην Ουγγαρία τον Οκτώβρη του 1949 και από το καλοκαίρι του 1954 ζει στο Μπελογιάννη κι ο γιός πληροφορήθηκε για πρώτη φορά ότι η μάνα του και ο αδερφός του “φιλοξενήθηκαν” στα νησιά της εθνικής αναμόρφωσης!  Έμεινε εκεί πάνω από τρεις μήνες και όταν γύρισε δεν είχαν τελειωμό οι διηγήσεις της!

Αυτό όμως το άνοιγμα στην επικοινωνία κόπηκε απότομα με την επιβολή της δικτατορίας στη χώρα μας. Μοναδική μας παρηγοριά οι εκπομπές του ελληνικού τμήματος του ραδιοφωνικού σταθμού Βουδαπέστης , που πολύ προσεχτικά βεβαίως, τον ακούγαμε καθημερινά. Πολύ δύσκολα γινόταν και η αλληλογραφία, σπανιότατα κατ’ ευθείαν και κυρίως μέσω συγγενών μεταναστών στη Γερμανία.

Λίγους μήνες μετά την πτώση της χούντας επιχείρησα με τον άλλον θείο μου, τον Διονύση, ένα ταξίδι στην Ουγγαρία. Σταθμός στο Βελιγράδι για τηλεφωνική επικοινωνία, σταθμός στη Βιέννη για βίζα από την ουγγρική πρεσβεία -όχι επάνω στο διαβατήριο, αλλά σε ξεχωριστό χαρτί για την προστασία μας- άφιξη στη Βουδαπέστη και τελικός προορισμός το ελληνικό χωριό Μπελογιάννης. Στα 4-5 βράδια που μείναμε εκεί, ελάχιστες ήταν οι ώρες ύπνου. Κουβέντα ως το ξημέρωμα!

Το επόμενο ταξίδι μου ήταν το καλοκαίρι του 1978 με τη μάνα μου. Συγκινητικές στιγμές! Τα δυο αδέρφια είχαν να ιδωθούν 29 ολόκληρα χρόνια. Τους έβλεπα να κρατά ο ένας το χέρι του άλλου, να κοιτάζονται και να μη μπορούν να μιλήσουν! Πως να χωρέσουν τρεις δεκαετίες χωρισμού σε λίγες μέρες αντάμωσης;

Όλα αυτά τα χρόνια ήταν διαρκής ο πόθος και η επιθυμία όλων των πολιτικών προσφύγων  για επαναπατρισμό  ή έστω για επίσκεψη στην Ελλάδα. Αλλά αυτό δεν ήταν εύκολο. Οι πολιτικοί πρόσφυγες δεν είχαν τη δυνατότητα να επισκεφθούν την πατρίδα τους. Του Γιώργου Λάζου του αφαίρεσαν την ελληνική ιθαγένεια το 1957.

Μετά τη μεταπολίτευση αναπτερώθηκαν οι ελπίδες όλων, αλλά θα έπρεπε να  περάσουν πολλά χρόνια ακόμα για να αλλάξει η κατάσταση. Ο Γιώργος Λάζος έκανε αίτηση για επίσκεψη το 1975 και του απάντησαν μετά από τρία ολόκληρα  χρόνια και φυσικά η απάντηση ήταν αρνητική! Το 1981, επί τέλους, ήρθε στην Ελλάδα με ειδική άδεια και πρόλαβε ζωντανή την 86χρονη μάνα του. Η ανάκληση της στέρησης της ιθαγένειας έγινε τον Ιούλιο του 1983!


“…Σ’ αυτή τη φωτογραφία, ο Γιώργος Λάζος αριστερά ή Λαζογιώργης, όπως τον φώναζαν, γραμματέας της κομματικής οργάνωσης του χωριού, από τη Δρακότρυπα Καρδίτσας, και ο Σπύρος Βλάχος δίπλα του, από το Δολό Πωγωνίου, σήμερα και για πάντα απόντες.
Σε ένα μεγάλο βαθμό, η ύπαρξη της ταινίας Καλή Πατρίδα, Σύντροφε οφείλεται στην καλή διάθεση, τη συνεργασία και το όραμα του Λαζογιώργη. Η αναγνώριση αυτή, να θεωρηθεί παρακαλώ σαν ένας φόρος τιμής στον πατριωτισμό του ανθρώπου που στερήθηκε και δεν του αποδόθηκε ποτέ η ελληνική ιθαγένεια, του Έλληνα που πέθανε εξόριστος και κυνηγημένος, μακριά από την οικογένειά του και κοιμάται σήμερα στο νεκροταφείο του Beloiannisz, στον ουγγρικό κάμπο.”
Λευτέρης Ξανθόπουλος, Τα Νέα 15-01-200
0

Και ενώ με την κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ η υπόθεση των πολιτικών προσφύγων –πλην εκείνων που ζούσαν στη γειτονική μας Βόρεια Μακεδονία- έλαβε μια καλή πορεία, ξαφνικά το 1986 ο υφυπουργός του ΠΑΣΟΚ Αθ.Τσούρας υπέγραψε απόφαση “μετά από σύμφωνη γνωμοδότηση του Συμβουλίου Ιθαγενείας”  με την οποία “αφαιρέθηκε η Ελληνική Ιθαγένεια από τον Λάζο Γεώργιο του Βασιλείου”! Ο λόγος; Δεν έμαθε ποτέ.

Κόντευαν να περάσουν  τρία χρόνια από τη στέρηση της ιθαγένειας.  Ο  γιός του Νίκος στο μεταξύ είχε επαναπατριστεί και αργότερα ήρθαν η γυναίκα του Αλεξάνδρα Μπανιά και η κόρη τους Κούλα. Οι προσπάθειες όλων μας στο διάστημα αυτό για ακύρωση της πράξης στέρησης  ήταν έντονες και κάποια στιγμή τα κατάφερε και ήρθε με ειδική άδεια και ο ίδιος. Για καλή του τύχη, υπουργός εσωτερικών ήταν ο Νίκος Κωνσταντόπουλος, που τον δέχτηκε στο γραφείο του και ο οποίος υπέγραψε τον Οκτώβριο του 1989 την ανάκληση αποστέρησης Ελληνικής Ιθαγένειας του ίδιου και άλλων 13 προσώπων, γεγονός το οποίο ο Γ.Λάζος πληροφορήθηκε από την πρεσβεία μας στη Βουδαπέστη τον Γενάρη του επόμενου έτους!

Ήταν αυτή η τελευταία του επίσκεψη στην Ελλάδα και ένιωθε ότι ήταν ελεύθερος, επί τέλους, να επαναπατρισθεί. Μα δεν πρόλαβε, στο τελευταίο γράμμα με ημερομηνία 10/2/1990 μου ζήτησε να του στείλω πιστοποιητικό γέννησης για να βγάλει διαβατήριο και μετά από σαράντα ημέρες ο αγαπημένος μου θείος, ο Γιώργος Λάζος πέθανε από ανακοπή. “22 Μάρτι 1990 Πέμπτη το μεσημέρη έμαθα πηκρά νέα πέθανε ο αδελφόζμου Γιώργος που ήτανε στην ουγγαρήα” έγραψε η μάνα μου στο ημερολόγιό της. Και στις 27 του μήνα “σήμερα γίνετε κηδία τον αδελφόμου Γιώργο στην ουγγαρία έμηνε εκή φήλακας στο χωργιό μπελογιάνη”.





Απόσπασμα από την ταινία “Καλή Πατρίδα, Σύντροφε” του Λευτέρη Ξανθόπουλου [τον οποίο και ευχαριστώ για την άδεια ανάρτησης]

Λίγα λόγια ακόμα…

Ο Γιώργος Λάζος υπήρξε μια ηγετική προσωπικότητα στο χώρο της ελληνικής κοινότητας στην Ουγγαρία. Παρέμεινε στη θέση του γραμματέα επί τρεις δεκαετίες, εκπροσωπούσε επάξια τους συνδημότες του και τους συμπατριώτες του και βραβεύτηκε για την προσφορά του από την ουγγρική πολιτεία.

Συχνά αρθρογραφούσε στην εφημερίδα “Λαϊκός Αγώνας” όργανο του συλλόγου των πολιτικών προσφύγων της Ελλάδας στην Ουγγαρία (εδώ μπορεί να βρει κανείς το ψηφιακό αρχείο της εφημερίδας –και να συγχαρώ εδώ τους ανθρώπους που το πραγματοποίησαν-  https://jadox.oik.hu/jadox/portal/search.psml#result_anchor).

Ήταν κατά κανόνα ο κύριος συνομιλητής όσων επισκέπτονταν το ελληνικό χωριό και ενδεικτικά αναφέρω τον δημοσιογράφο Χρήστο Φιλιππίδη, διευθυντή της ιστορικής εφημερίδας “Ακρόπολις” ο οποίος αφιερώνει μια ολόκληρη σελίδα στις 8/3/1977 με στοιχεία από τη ζωή στο Μπελογιάννη. Ο -και αγαπητός φίλος που δεν ζει πια- Δημήτρης Γουσίδης, διευθυντής του Βήματος και των Νέων στη Θεσσαλονίκη, που έκανε μια περιοδεία σε όλες τις ανατολικές χώρες κατέγραψε τις ανταποκρίσεις του οι οποίες δημοσιεύθηκαν στην εφημερίδα ΤΑ ΝΕΑ στο βιβλίο “Όπου ζεις δεν πατρίζεις…” και φυσικά γράφει για το Μπελογιάννη και τον Γιώργο Λάζο.

Δεν παραλείπω να αναφερθώ στον Ριζοσπάστη, που σε πάμπολλες ανταποκρίσεις του αναφέρεται το όνομα του θείου μου, αλλά και πολλά δημοσιεύματα υπογράφει και ίδιος.

Στα επίσημα έγγραφα του ΚΚΕ υπάρχει η ομιλία του Γ.Λάζου, που συμμετείχε στην  12η Ευρεία Ολομέλεια που έγινε στη Βουδαπέστη τον Φλεβάρη του 1968 και έμεινε στην ιστορία εξ αιτίας της διάσπασης του κόμματος (τα πρακτικά της περιέχονται στο ομώνυμο βιβλίο, έκδοση Σύγχρονη Εποχή, 2008).

Τέλος, παραθέτω τη σύνδεση ενός τηλεοπτικού ρεπορτάζ για τη σουηδική τηλεόραση του Γιώργου Λογοθέτη, όπου ο Γ.Λάζος εμφανίζεται και μιλά για τους Έλληνες του Μπελογιάννη  https://www.youtube.com/watch?v=EUN1zhHi_Is

Πιστός στις αρχές του ο Γιώργος Λάζος, βίωσε με μεγάλη απογοήτευση τις αλλαγές στη χώρα που έζησε σαράντα χρόνια. Μου έγραφε στο τελευταίο του γράμμα: “Τα γεγονότα εδώ τα ζω. Μέσα σε ένα χρόνο γέρασα όσο όλα τα προηγούμενα χρόνια.” Και συνέχιζε, σαν τραγική ειρωνεία της τύχης : “Έχω, απ΄ό,τι λένε οι γιατροί, γερή καρδιά. Τα αντέχει όλα”

Γιώργος Γούσιας

Tags: , , , ,

4 Σχόλια

  1. Ο/Η Σωτήρης Σκυλογιάννης λέει:

    Να ζήσεις να τον θυμάσαι και να τον τιμάς τον θείο σου με τα γραφόμενα σου Φίλε μου.

  2. Ο/Η λευτέρης ξανθόπουλος λέει:

    Μπράβο βρε Γιώργο, είσαι γενναίος άνθρωπος

    • Ο/Η Giorgos Gousias λέει:

      Λευτέρη, σ’ ευχαριστώ πολύ, αλλά δεν έκανα κάτι που χαρακτηρίζεται από γενναιότητα. Γενναίοι, είναι εκείνοι που ανέδειξαν τους Έλληνες που αναγκάστηκαν να ζουν στις Χαϊδελβέργες όλου του κόσμου, που ζήτησαν από το 1982 ψήφο στους μετανάστες και στους ναυτικούς, που δημοσιοποίησαν τον καημό των πολιτικών προσφύγων να επιστρέψουν στην Ελλάδα, που μας “γνώρισαν” ποιητές ,πεζογράφους, καλλιτέχνες και επιστήμονες του τόπου μας!

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *