Κώστας Βάρναλης

Το blog του Γιώργου Γούσια

Κώστας Βάρναλης

Μια σειρά συμπτώσεων συνέβησαν σήμερα. Είχα ακούσει πρωί πρωί ότι είναι η επέτειος του θανάτου του Κώστα Βάρναλη. Έμαθα λίγο αργότερα από ανάρτηση του γιου της Χρήστου τον θάνατο της Γιάννας Τρικαλινού, η οποία είχε δουλέψει για ένα μικρό διάστημα, στα πολλά χρόνια της προσφυγιάς της στην ΕΣΣΔ,  και στην ελληνική εκπομπή του ραδιοφωνικού σταθμού της Μόσχας. Λίγο αργότερα η φίλη μου Ελένη Βεργόπουλου, σύζυγος του αξέχαστου Αργύρη, μου έστειλε τη σύνδεση για ένα συγκινητικό κείμενο του Γιωργούλα Μπέικου για τους γονείς του.

Πώς τότε να μη μου έρθει στο νου η φωνή της Μαρίας Μπέικου, που κάποια Χριστούγεννα διάβασε και μετέδωσε από τη Μόσχα ένα διήγημα του Κώστα Βάρναλη με τίτλο “Το κελάηδημα της τσίχλας”; Απ’ ότι γνωρίζω, δεν έχει κυκλοφορήσει ως τώρα άλλο ηχητικό αρχείο από την ελληνική εκπομπή του ρ/σ της Μόσχας, και αυτό, το μοναδικό ως τώρα, οφείλεται στην πρόνοια του Γιωργούλα Μπέικου να το μαγνητοφωνήσει και στη φροντίδα της Μαρίας να διαφυλάξει την κασέτα, την οποία και μου εμπιστεύθηκε. Έτσι λοιπόν θεώρησα σκόπιμο να παρουσιάσω σήμερα εδώ αυτό το διήγημα του Βάρναλη και στις δυο του μορφές.

Το μουσικό σήμα του σταθμού της Μόσχας
Το κελάηδημα της τσίχλας

Τὸ κε­λά­η­δη­μα τῆς τσί­χλας

ΤΣΙΧΛΑ τὴν πα­ρα­νο­μά­ζα­νε στὸ χω­ριὸ τὴν Ἀν­νού­λα. Κι’ ἔ­ζη­σε καὶ πέ­θα­νε Τσί­χλα.

Εἴ­τα­νε μιᾶς μπου­κιᾶς ἀν­θρω­πά­κι. Ἀ­δύ­να­τη, μὲ ψι­λὰ κα­νιά, δί­χως βά­ρος, πε­τού­με­νη. Δὲν περ­πα­τοῦ­σε – πή­δα­γε κι’ ἔ­τρε­χε.

       Ἀλ­λὰ γιὰ ποι­ό χω­ριὸ μι­λᾶ­με;

      Γιὰ ἕ­ν’ ἀ­πὸ κεῖ­να τὰ βου­νί­σια, ποὺ σκαρ­φα­λώ­νου­νε στὴν πλα­γιὰ τοῦ βου­νοῦ κ’ εἶ­ναι ὅ­λα τὰ ἴ­δια. Ὄ­μορ­φα, μὰ φτω­χὰ καὶ μί­ζε­ρα κι’ ἀ­φη­μέ­να στὴν τύ­χη τους κι ἀ­πὸ Θε­οὺς κι ἀν­θρώ­πους.

      Μιὰ ρε­μα­τιὰ στὴν κα­τη­φο­ριὰ μὲ τὶς κόκ­κι­νες ρο­δο­δάφ­νες καὶ μιὰ γι­δό­στρα­τα, ποὺ φέρ­νει μὲς ἀ­πὸ τὸ δά­σος τῶν πέφ­κων στὴν κορ­φὴ τοῦ βου­νοῦ. Τό­σο ἀ­πό­με­ρο, ξε­χα­σμέ­νο χω­ριό, ποὺ σχε­δὸν εἶ­χε κι ἀ­φτὸ ξε­χά­σει τ’ ὄ­νο­μά του.

      Δὲν τοῦ χρει­α­ζό­τα­νε, λὲς καὶ τοῦ πε­φτε βά­ρος.

      Ἀλ­λ’ ὅ­σο τοὺς λεί­που­νε τῶν μι­κρῶν ἀ­φτῶν χω­ρι­ῶν, πο­λι­τι­σμός, φρον­τί­δα καὶ χορ­τα­σιά, τό­σο τοὺς πε­ρισ­σέ­β’ ἡ ψυ­χή, ψυ­χὴ τοῦ λα­οῦ!

      Εἴ­μα­στε στὸν τε­λε­φταῖ­ο χρό­νο τῆς κα­το­χῆς.

      Τὸ χω­ριό, ποὺ λέ­με, βρι­σκό­τα­νε στὰ σύ­νο­ρα τῶν δύ­ο Ἑλ­λά­δων: τῆς λέ­φτε­ρης καὶ τῆς συ­νερ­γα­ζό­με­νης. Ἀλ­λὰ πρὸς τὰ ἐ­δῶ.

      Ἕ­να γερ­μα­νι­κὸ φυ­λά­κιο προ­σπα­θοῦ­σε μὲ τοὺς να­ζῆ­δες τοὺς δι­κούς του καὶ τοὺς τσο­λιά­δες τοὺς «δι­κούς μας» νὰ μπο­δί­ζει τὴ λε­φτε­ριὰ νὰ κα­τέ­βει ἀ­π’ τὴν κορ­φὴ τοῦ βου­νοῦ πρὸς τὰ κά­τω – στὸν κάμ­πο. Για­τὶ κεῖ ψη­λὰ στὴν κορ­φὴ τοῦ βου­νοῦ εἴ­χα­νε φω­λιά­σ’ οἱ ἀ­γω­νι­στὲς τοῦ Ἔ­θνους κι ἑ­τοι­μά­ζα­νε «κα­λὰ Χρι­στού­γεν­να» γιὰ τοὺς ἐ­χθρούς.

      Μὲ τὴν ἀ­πε­λευ­θε­ρω­τι­κὴν ἐ­πι­τρο­πὴ τοῦ χω­ριοῦ εἴ­χα­νε συ­χνὴν ἐ­πα­φή. Ἀλ­λὰ πῶς; Μέ­σον τῆς τσί­χλας. Εἴ­τα­νε κό­ρη μιᾶς φτω­χειᾶς χη­ρε­βά­με­νης τοῦ χω­ριοῦ, ποὺ ὁ ἄν­τρας της σκο­τώ­θη­κε στὴν Ἀλ­βα­νί­α. Ὀ­χτὼ μὲ δέ­κα χρο­νῶν ἡ τσί­χλα. Μὰ γε­μά­τη φω­νή, ξυ­πνά­δα καὶ μῖ­σος ἐ­ναν­τί­ον τῶν ἐ­χθρῶν. Καὶ σβέλ­τη καὶ μπα­σμέ­νη στὴ ζω­ὴ —σὰν ὥ­ρι­μο πλά­σμα— κι ἀ­δεί­λια­στη.

      Κα­λὸς και­ρὸς στὰ τέ­λη τοῦ Δε­κέμ­βρη. Ἥ­λιος καὶ στέ­γνη – μὰ καὶ κρύ­ο τσου­χτε­ρό.

      Ἡ Τσί­χλα, μα­ζὶ μὲ ἄλ­λα παι­διά (τὰ σκο­λειὰ κλει­σμέ­να!) βγαί­ναν ἔ­ξω ἀ­π’ τὸ χω­ριὸ σ’ ἕ­να πλά­τω­μα πρὸς τὸ ρέ­μα καὶ παί­ζα­νε μπρο­στὰ στὰ μά­τια τῶν Γερ­μα­νῶν καὶ τῶν τσο­λιά­δων.

      Παί­ζα­νε τό­πι.

      Ἡ Τσί­χλα, πά­νου στὸ φούν­τω­μα τοῦ παι­χνι­διοῦ, τί­να­ζε τὸ τό­πι ὅ­σο μπο­ροῦ­σε πι­ό­τε­ρο, νὰ τὸ φτά­σει.

      Τὸ τό­πι κυ­λοῦ­σε κά­του στὴ ρε­μα­τιὰ κι ἡ Τσί­χλα κυ­λοῦ­σε κι ἀ­φτή.

      Ὄ­χι πο­λὺ ψη­λά, μέ­σα στὸ δά­σος τὴν πε­ρι­μέ­να­νε κα­τὰ τὸ με­ση­μέ­ρι, κά­θε μέ­ρα δυ­ὸ ἀν­τάρ­τες. Τοὺς ἔ­δι­νε τὸ μή­νυ­μα γραμ­μέ­νο ἢ στο­μα­τι­κὰ τῆς ἐ­πι­τρο­πῆς καὶ ξα­να­γυρ­νοῦ­σε πί­σω λα­χα­νι­α­σμέ­νη (γιὰ νὰ μὴν ἀρ­γή­σει) μὲ τὸ τό­πι στὰ χέ­ρια!

      Ἀλ­λ’ ἀ­φτὸ τὸ τα­χτι­κὸ χά­σι­μο τῆς Τσί­χλας μέ­σα στὸ δά­σος πο­νή­ρε­ψε τοὺς «ἐ­χθροὺς» ξέ­νους καὶ δι­κούς.

      «Πρέ­πει νὰ ἰ­δοῦ­με τὶ τρέ­χει, μὲ τρό­πο – για­τὶ τὸ μω­ρὸ εἶ­ναι πο­λὺ πο­νη­ρό…».

      Ἀλ­λὰ δὲν χρει­ά­στη­κε τρό­πος. Ὁ πρό­ε­δρος τοῦ χω­ριοῦ, δε­ξὶ χέ­ρι τῶν Να­ζή­δων, ἔ­κα­νε τὴν τε­λε­φταί­α του ὑ­πη­ρε­σί­α «πρὸς τὴν Πα­τρί­δα». Τοὺς πλη­ρο­φό­ρη­σε τὶ συμ­βαί­νει.

      Ὅ­ταν τὴν ἄλ­λη μέ­ρα, πα­ρα­μο­νὴ Χρι­στου­γέν­νων, ἡ Τσί­χλα ξα­νά­κα­νε τὸ «παι­χνί­δι» της, τρέ­ξα­νε πί­σω ἀ­πὸ τὸ τό­πι Να­ζῆ­δες καὶ «δι­κοί», στα­μα­τή­σα­νε τὸ τό­πι, στα­μα­τή­σα­νε κι ἀ­φτή­νε καὶ τὴν ψά­ξα­νε.

      Βρή­κα­νε χω­μέ­νο μέ­σα στὰ μαλ­λιά της ἕ­να χαρ­τά­κι.

      «Ἔ­λα δῶ, που­λά­κι μου, τὴ ρώ­τη­σε ὁ πρό­ε­δρος. Ποι­ός σοῦ τό δω­σε τοῦ­το;»

      «Μό­νη μου τό γρα­ψα.»

      «Καὶ τί ξέ­ρεις ἐ­σὺ ἀ­πὸ τέ­τοι­α πρά­μα­τα;»

      «Ὅ­λοι μας ξέ­ρου­με.»

      «Καὶ τί ἄλ­λο “παι­χνί­δι” ξέ­ρεις;»

      «Ὅ­λα. Καὶ νὰ τρέ­χω. Καὶ νὰ πη­δῶ. Καὶ νὰ τρα­γου­δῶ. Νὰ σκαρ­φα­λώ­νω στὰ δέν­τρα, νὰ καρ­πο­λο­γῶ καὶ νὰ πιά­νω που­λά­κια στὶς φω­λι­ές τους.»

      «Γιὰ σκαρ­φά­λω­σε σ’ ἀ­φτή­νε τὴν ἐ­λιὰ νὰ σὲ ἰ­δοῦ­με;»

      Ἡ Τσί­χλα βρέ­θη­κε σ’ ἕ­να λε­πτὸ πά­νω στὸ δέν­τρο.

      «Ξέ­ρεις, εἶ­πες, νὰ τρα­γου­δᾶς. Γιὰ πές μας κα­νέ­να “σκο­πὸ” ν’ ἀ­κού­σου­με; Ὅ,τι σοῦ ἀ­ρέ­σει.»

      Κ’ ἡ Τσί­χλα μὲ λα­γα­ρὴ παι­δι­ά­στι­κη φω­νὴ κε­λά­η­δη­σε.

      «Μά­βρ’ εἶ­ν’ ἡ νύ­χτα στὰ βου­νά…» (Ἀ­φτὸ τὸ τρα­γού­δι εἴ­τα­νε τό­τες τὸ πιὸ συ­νη­θι­σμέ­νο τρα­γού­δι τῶν σκλα­βω­μέ­νων Ἑλ­λή­νων.)

      Μπαμ!, μπάμ!, μπάμ!…

      Οἱ Γερ­μα­να­ρά­δες κι οἱ τσο­λιά­δες τὴ βά­λα­νε στὸ ση­μά­δι καὶ τὴ σκο­τώ­σα­νε σὰν που­λί. Καὶ τὸ που­λὶ σω­ρι­ά­στη­κε χά­μου, μιᾶς φού­χτας σῶ­μα κι ἀ­πέ­ραν­τη ψυ­χή. Ἡ ψυ­χὴ ὅ­λης τῆς Ἑλ­λά­δας.

      Πε­ρα­σμέ­να με­σά­νυ­χτα, τὴν ὥ­ρα ποὺ οἱ καμ­πά­νες δι­α­λα­λού­σα­νε τὴ γέν­νη­ση τοῦ «Σω­τῆ­ρος», πέ­σα­νε ξαφ­νι­κὰ στὸ χω­ριὸ οἱ ἀν­τάρ­τες – καὶ να­ζῆ­δες καὶ «δι­κοὶ» κι ὁ πρό­ε­δρος πλη­ρώ­σαν μὲ τὴ ζω­ή τους τὸ ἄ­ναν­τρό τους ἔγ­κλη­μα.

      Κι ὕ­στε­ρα;

      Ὕ­στε­ρ’ ἀ­πὸ ἕ­να χρό­νο ἡ «ἐ­λευ­θε­ρί­α» εἶ­χε κυ­νη­γη­θεῖ στε­ριᾶς καὶ πε­λά­ου ἀ­π’ ὅ­λη τὴν Ἑλ­λά­δα. Ἀλ­λὰ κά­θε Χρι­στού­γεν­να, με­τὰ τὰ με­σά­νυ­χτα, οἱ χα­ρού­με­νοι ἀν­τί­λα­λοι τῆς καμ­πά­νας δὲν μπο­ρ­οῦ­νε νὰ πνί­ξου­νε τὸ θλι­βε­ρὸ κε­λά­­δη­μα τῆς Τσί­χλας καὶ τὸ κλά­μα τῆς Πα­τρί­δας…

Πηγή: https://bonsaistoriesflashfiction.wordpress.com/2011/02/16/kostas-barnalis-to-kelaidima-tis-tsichlas/

όπως δημοσιεύτηκε στο βιβλίο:

Γιὰ τὴν Χι­λι­ά­κρι­βη τὴ Λευ­τε­ριά, Δι­η­γή­μα­τα τῆς Ἀν­τί­στα­σης, Πο­λι­τι­στι­κές καὶ λο­γο­τε­χνι­κὲς ἐκ­δό­σεις, Ἀθήνα, 1961.

Κώ­στας Βάρ­να­λης (Πύρ­γος Βουλ­γα­ρί­ας, 1884-Ἀθή­να, 1974). Ποί­ηση, πε­ζο­γραφί­α, θέ­α­τρο, δοκί­μιο, κρι­τική, μετά­φρα­ση. Σπού­δα­σε Φι­λο­λο­γί­α στὴν Ἀθή­να. Στρα­τευμέ­νος ἰδε­ολό­γος τῆς ἀρι­στερᾶς γνώρι­σε πολ­λὲς διώξεις γιὰ τὶς ἰδέ­ες καὶ τὸ ἔργο του. Πρῶτο του βι­βλί­ο ἡ συλ­λογὴ ποι­ημά­των Κηρῆθρες (1905). Τὸ 1975, ἕνα χρό­νο μετὰ τὸν θά­νατό του κυ­κλοφό­ρη­σε ἡ ποι­η­τική του συλ­λογὴ Ὀργὴ Λα­οῦ γραμ­μέ­νη κατὰ τὴ διάρ­κεια τῆς δι­κτα­τορί­ας τῶν συ­νταγ­μα­ταρ­χῶν.

Tags: , , , , ,

2 Σχόλια

  1. Ο/Η ΜΑΚΡΥΓΙΑΝΝΗ λέει:

    Ένα ξεχωριστό διήγημα γεμάτο ευαισθησία! ερέθισμα για πατριωτικό και αντιφασιστικό συναίσθημα και αίσθημα!!! πρωτοτυπία δική σου Γιώργη η απόδοση και στις δυο μορφές! όπως πάντα αναδεικνύεις κάτι που άλλοι θα το προσπερνούσαν ως έλασσον σε μείζον!!αλλά και η ανακάλυψη των πηγών σου εξαιρετική και δυσεύρετη!!!

    • Ο/Η Giorgos Gousias λέει:

      Ευχαριστώ πολύ για τα επαινετικά λόγια. Είναι πράγματι ένα ωραίο διήγημα και ένα σπάνιο ηχητικό ντοκουμέντο! Είχα τη μεγάλη θέληση και τύχη να γνωρίσω τη Μαρία Μπέικου! Κρίμα που δεν πρόλαβε να τελεσφορήσει η προσπάθειά της για εντοπισμό αρχείων των ελληνικών εκπομπών από τον ραδιοφωνικό σταθμό της Μόσχας!

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *